Monday, 7 May 2007

γαλλικες προεδρικες εκλογες 2007 (καποια βιαστικα συμπερασματα)



Nicolas Sarkozy & Ségolène Royal


με αφορμη μια συζητηση στο blog του Δημητρη θα ηθελα να γραψω και καποια δικα μου προχειρα σχολια σχετικα με το θεμα, ως ενας εξωτερικος παρατηρητης των γεγονοτων:

επαιξαν τελικα η οχι ρολο τα περσινα επεισοδια (και οι τοτε δηλωσεις Σαρκοζι) στην εκλογη του στην προεδροια της Γαλλικης δημοκρατιας; ειναι ο λογος του ρατσιστικος; ναι, μεν 'στοχοποιει' τους μεταναστες (τους φοιτητες και αλλες ομαδες) αλλα η ριζα του προβληματος κατα την αποψη μου ειναι η αισθηση ανασφαλειας που νοιωθουν πια ολες οι δυτικες κοινωνιες. αποτελεσμα της ανασφαλειας αυτης ειναι και ο ρατσισμος ως προς τους μη ενταγμενους (οχι μονο νομικα αλλα και κοινωνικα) μεταναστες και σε οτιδηποτε διαφορετικο... αποτελεσμα και οχι τοσο η αιτια.

αναρωτιεμαι επισης, μιας και η γαλλια μερικες φορες δρα ως προπομπος αλλαγων στο ευρωπαικο πολιτικο σκηνικο, αν η εκλογη Σαρκοζι θα σημαινει μια ευρυτερη στροφη της Ευρωπης προς την λαικη δεξια/κεντροδεξια (για ακομα μια φορα).

θα συμφωνησω πως η ρουαγιαλ (αυτη που μιλησε για στρατοπεδα στα οποια θα κλεινονται οι ανηλικοι παραβατες - ελαχιστα διαφορετικο απο τους 'αλητες' του σαρκοζι) υπηρξε αχρωμη. θα συμφωνησω και στην απουσια εναλλακτικης προτασης (γενικοτερο ισως προβλημα της ευρωπαικης αριστερας;).

στην 'ντεμπορικη' κοινωνια του θεαματος, ακομα και η πολιτικη εχει μεταφερθει στη σφαιρα του θεαματικου. αρκουν καποια παχια λογια τα οποια θα καθησυχασουν τις μαζες. αρκει καποιος/α να μιλησει για "ελεγχο και πολιτικη αυστηρης μεταναστευσης", για "αυστηροτερη αστυνομευση", για "μειωση της ανεργιας" (οταν ο ιδιος ο Σαρκοζι συνηγορουσε υπερ του νομοσχεδιου που ειχε κατατεθει περσι στη γαλλια σχετικα με την εργασια των νεων) και ως δια μαγειας ολοι/ες αισθανονται ασφαλεις και σιγουροι/ες… μεχρι ποτε όμως; μεχρι να ξεσπασουν οι κοινωνιες της φτωχιας και της ανεχειας που σιγα σιγα μετατρεπονται και οι κοινωνιες του οικονομικα και τεχνολογικα (αλλα και πολιτικα) δυτικου ανεπτυγμενου κοσμου;

δεν ξερω αν οι γαλλοι απεριψαν τωρα το πνευμα της νεωτερικοτητος, τον αυστηρο μοντεσκιε, τον βολταιρο και τον ντιντερο... αλλωστε και η μετανεωτερικοτητα του λιοταρντ και του μποντριγιαρ, η εστω ο μεταστρουκτουραλισμος του ντεριντα, του φουκω, και αλλων, αυτη η ταση αμφισβητησης προς τον διαφωτισμο, την γαλλικη επανασταση και τα παραγωγα τους, εχει ξεκινησει στη Γαλλια καιρο τωρα. η συγκεκριμενη αλλωστε υπηρξε ανεκαθεν μια απο τις πιο ανησυχες πολιτικα και δημιουργικα ευρωπαικες κοινωνιες (ευτυχως).

δανειζομενος την συλλογιστικη του μαρξ σχετικα με την επαναληψη της ιστοριας ειτε ως φαρσα ειτε ως τραγωδια (αν και δεν πιστευω στον ιστορικισμο) θα μπορουσα να ισχυρισθω πως η ιστορια δεν επαναλαμβανεται απλα, αλλα πως κανει κυκλους μεταξυ δεξιας και αριστερας... ισως να ειναι καιρος να 'σκοτωσουμε' αυτα τα 2 τεκνα της νεωτερικοτητος και να προχωρησουμε στην αναζητηση νεων προτασεων. υπαρχουν προβληματα τα οποια δεν λυνονται μεσω του ιδεολογικου ανταγωνισμου 'δεξια' - 'αριστερα' (για αυτο και θεωρω το διλλημα 'σαρκοζι-ρουαγιαλ', ψευδοδιλλημα). δεν λεω οτι ειναι ιδιοι. ομοιοι ισως...

ισως η ενοποιημενη ευρωπη, οι οποιες τασεις περιφεριοποιησης και παγκοσμιοποιησης, και η αναγκη συνεργασιας μεταξυ κρατων (σε διεθνικα η ακομα και υπερεθνικα πλαισια) να ειναι η λυση που περιμενουμε.







προσθετο σχολιο:
με την εκλογη του Σαρκοζι αρχισαν και τα επεισοδια. οπως λεει και το σχετικο αρθρο στο Reuters, καηκαν κοντα στα 730 αυτοκινητα, τραυματιστηκαν 78 αστυνομικοι και συνελληφθησαν 592 ατομα απο συγκρουσεις που συνεβησαν σε ολη την γαλλια.

παραλληλα στην αγγλια, χιλιαδες παρανομοι μεταναστες (υποστηριζομενοι απο διαφορους θρησκευτικους 'ηγετες', πολιτικους) εκαναν πορεια στο Λονδινο απαιτωντας δικαιοτερη μεταχειριση απο την αγγλικη κυβερνηση και διαδικασιες νομιμοποιησης.

ειναι συμπτωση οι απαιτησεις για νομιμοποιηση μεταναστων (που σαφως και δεν περιοριζεται μονο στη συγκεκριμενη πορεια στην αγγλια) και η παραλληλη ζητηση για αυστηροτερες μεταναστευτικες πολιτικες (που σαφως δεν προσωποποιειται στην εκλογη Σαρκοζι); στο σημερινο παγκοσμιοποιημενο διεθνες συστημα (που δεν χωρουν τασεις απομωνοτισμου) οι μεταναστες συνεχιζουν να ειναι ο αποδιοπομπαιος τραγος;

και κατι βασικο... ποτε θα ξανανοιωσουμε ασφαλεις;

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΣΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ!

Παναθηναϊκός-ΤΣΣΚΑ 93-91.



Saturday, 5 May 2007

ΑΡΚΕΤΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ...

μια απο τα ιδια.... ενα συνοθυλευμα παικτων που θελει να αποκαλειται Παναθηναικος, εχασε με μια ακομα ΤΡΑΓΙΚΗ εμφανιση το κυπελο απο τη Λαρισα... δεν θελω να γραψω για το ποσες κλωτσιες πρεπει να φανε... ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ ΑΥΤΟΣ... κατι τομαρια ειναι που λερωνουν την φανελα με το τριφυλλι.... εχω βαρεθει να κανω υπομονη με αυτους... ελπιζω η κατασταση να αλλαξει συντομα... γιατι ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ.

ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΒΥΝΤΡΑ. τι να πω; να σηκωθουν ολοι οι καριοληδες να φυγουν ΤΩΡΑ!! και ποιος θα ερθει στη θεση τους; αρκετα πια με την ξεφτυλα τους. ΑΡΚΕΤΑ πια... ΑΡΚΕΤΑ.

συγχαρητηρια στη Λαρισα...




υγ. αντε να δουμε και το ευρωπαικο στο μπασκετ αυριο.

Friday, 4 May 2007

Εξαρχεια - Ο απαγορευμενος πλανητης.

μου εχουν πρηξει τα συκωτια οσοι/ες σκουζουν στα καναλια για το 'αβατο' των εξαρχειων. ποιο αβατο ρε; μηπως θα εχουμε και τιποτα πογκρομ σε λιγο; μηπως θα διωκομαστε και για τις ιδεες μας;

ακουσα και τις δηλωσεις πολυδωρα σημερα... θα τις σχολιασω αλλη φορα.

παιρνω την πρωτοβουλεια (εννοειται πως αν ο motorcycle boy δεν επιθυμει την αναδημοσιευση αυτη, το θεμα αυτο θα σβηστει) και αναδημοσιευω ενα αρθρο (γιατι για αρθρο προκειται) απο το αξιολογο blog του Τhe Motorcycle Boy , με το οποιο διαφοροποιουμαι ελαχιστα (σε αντιθεση με τον motorcycle boy πιστευω οτι ο συγκεκριμενος πολιτικος χωρος εχει αυτοπεριορισθει στα εξαρχεια και στους γυρω απο την κυψελη δρομους).

. . . . . . . .

Τα Εξάρχεια κάποιου άβατου μυαλού.

Περπάτησα στην πλατεία Εξαρχείων. Είχα φροντίσει, από τα πρώτα μου βήματα σε αυτό το «άβατο των αβάτων» να ξηλώσω τις ετικέτες Λακόστ, και Φρεντ Πέρυ από τα ρούχα μου, περπατούσα σιωπηλός, με σκυμμένο κεφάλι –δείχνοντας τον πρέποντα σεβασμό. Μέσα στην πλατεία συνάντησα τάγματα αναρχικών που είχαν παραταχθεί σε σφιχτές γραμμές. Αποφεύγοντάς τα, έφτασα στο κέντρο της πλατείας, όπου δεκάδες φιλόσοφοι του αντιεξουσιαστικού χώρου ανέλυαν περισπούδαστα την παθογένεια του κρατισμού. Τρομαγμένος από τις αγριεμένες φάτσες γύρω μου, άναψα ένα κερί στον βωμό του Μπακούνιν και απομακρύνθηκα, περπατώντας όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Βγήκα από το «άβατο» γεμάτος δέος –ήμουν ευτυχισμένος που ο πρίγκηπας Κροπότκιν με είχε αξιώσει να επισκεφτώ το μέρος που δεν πατήθηκε ποτέ από αρβύλα ΜΑΤατζή. Μουρμούρισα, «νυν απολύεις τον δούλον σου Τσε Γκεβάρα!» και κατέβηκα δακρυσμένος τη Στουρνάρη.

Μετά ξύπνησα. Ή, μάλλον, έκλεισα την τηλεόραση και πέταξα στα σκουπίδια την εφημερίδα που διάβαζα.

Έχει ξεκινήσει ένα ενοχλητικό γαϊτανάκι στα Μέσα Μαζικής Ενημέ

ρωσης, το τελευταίο διάστημα –σχετικά με το «άβατο» της περιοχής των Εξαρχείων γενικότερα και της πλατείας ειδικότερα. Οργίλοι εκπρόσωποι των αστυνομικών σκίζουν τις κομματικές τους ταυτότητες μπροστά στην κάμερα, υποστηρίζοντας πως δεν τους αφήνουν να επέμβουν στην περιοχή των Εξαρχείων. Πεφωτισμένοι πολιτικοί μανιάζουν, υποστηρίζοντας πως «η αστυνομία έχει αλωθεί από ανίκανες διοικήσεις» ή πως «το άβατο των Εξαρχείων δεν δημιουργήθηκε την τελευταία τριετία –οι προηγούμενες κυβερνήσεις ευθύνονται γι΄αυτό». Ανάλογα με το κόμμα που εκπροσωπούν –έτσι;

Θεωρούσα την όλη ιστορία, μια ακόμα τερατολογία της τηλεόρασης –μέχρι να διαβάσω ένα σχετικό άρθρο στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Τότε τσαντίστηκα για τα καλά! Κι αποφάσισα να γράψω δυο κουβέντες για το «άβατο» των Εξαρχείων –όπως το θυμάμαι εγώ, στα τόσα χρόνια που επισκέπτομαι τη συγκεκριμένη περιοχή.

Κάτι σαν ιστορική αναδρομή

Τα Εξάρχεια λειτουργούσαν στη μορφή που τα πρωτογνώρισα, λόγω των Πανεπιστημιακών σχολών. Η πλατεία βρισκόταν ανάμεσα σε ιστορικές σχολές, τη Νομική, το Χημείο και τη Φιλοσοφική από τη μια πλευρά, το Πολυτεχνείο από την άλλη. Ήταν φυσικό να μαζεύονται εκεί οι φοιτητές –τις εποχές που η φοιτητική ιδιότητα σήμαινε και αντικαθεστωτική ιδεολογία. Και, όπου μαζεύονταν φοιτητές, ήταν λογικό να έρχονται άτομα –έξω από τον φοιτητικό χώρο –αλλά με παρόμοιους ιδεολογικούς προσανατολισμούς.

Οι πρώτοι έγκλειστοι του Πολυτεχνείου το ’73 ήταν άτομα της πλατείας Εξαρχείων, στην πλειοψηφία τους. Ανένταχτοι σε κόμματα –στην πλειοψηφία τους. Οι φοιτητές ήταν μειοψηφία σε αυτό το πρώτο κύμα καταληψιών του Πολυτεχνείου. Γι΄αυτό και οι παράνομες φοιτητικές –κομματικές παρατάξεις μιλούσαν για «προβοκάτορες που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο» ή σιωπούσαν αμήχανα. Μέχρι να δουν πως η όλη κίνηση είχε προοπτικές και να μπουν με τα τσαρούχια της καπήλευσης μέσα στο ΕΜΠ. Για να συμμετάσχουν στις αναμνηστικές φωτογραφίες.

Τα Εξάρχεια λειτούργησαν σε δυο αντίθετους (αλλά αλληλοσυμπληρούμενους) άξονες κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης και των πρώτων χρόνων της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Από τη μια συγκέντρωναν μεγάλη μερίδα αντιεξουσιαστών, αυτόνομων και εξωκοινοβουλευτικών αριστεριστών και από την άλλη εγκλώβιζαν τα συγκεκριμένα άτομα σε ένα χώρο πλήρως ελεγχόμενο και αποκομμένο από τις τοπικές κοινότητες. Γι΄αυτό τα Εξάρχεια βόλευαν τις κυβερνήσεις που ήθελαν να ασκούν αστυνομικό έλεγχο στα πιο «ανήσυχα» τμήματα της νεολαίας. Αλλά, επειδή κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις –η πλατεία Εξαρχείων δεν λειτουργούσε πάντα σαν χώρος εγκλωβισμού των «ταραξιών». Γιατί, λόγω της φήμης της, συγκέντρωνε όλο και περισσότερες ομάδες ατόμων, αποκτούσε μυθικές διαστάσεις στο μυαλό των πιτσιρικάδων και αποτελούσε πρόσφορο χώρο προάσπισης των ατομικών ελευθεριών από τα «προοδευτικά» αριστερά κόμματα –όλα αυτά δυσκόλευαν την καταστολή.

Η πλατεία Εξαρχείων υπήρξε ανέκαθεν η μέγιστη ποντικοπαγίδα. Αρκούσαν 5 κλούβες και 2 διμοιρίες ΜΑΤατζήδων για να πνίξουν τον κόσμο σε μια κουταλιά δακρυγόνου. Πράγμα που έκανε πολλές φορές η Ελληνική Αστυνομία –όταν και όποτε ήθελε. Άλλες φορές πάλι, έκλειναν τους γύρω δρόμους και άφηναν μόνο μια δίοδο διαφυγής –οδηγούσαν έτσι τον κόσμο σε συγκεκριμένο μέρος, στη Νομική, στο Πολυτεχνείο, όπου γούσταραν. Και ο κόσμος κλεινόταν στις σχολές –προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού.

Δεν έχω εμπειρία από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης –αλλά θυμάμαι τις μεθόδους αντιμετώπισης που εφάρμοζε η αστυνομία του «σοσιαλιστικού» ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης, το φλερτ του Αντρέα με τον χώρο των εξωκοινοβουλευτικών, προκειμένου να καπηλευτεί τις ψήφους τους. Σε αυτά τα πλαίσια, το επίσημο κράτος έδειχνε προβοκατόρικη ανοχή στον χώρο των Εξαρχείων. Είχαν βάλει κι εκείνο τον άγιο άνθρωπο, τον Νίκωνα τον Αρκουδέα, Αττικάρχη –είχε πήξει ο χώρος στον ρομαντισμό. Η αστυνομία δεν βάραγε, απλά συνόδευε. «Θέλετε να διαμαρτυρηθείτε; Βεβαίως κι εμείς να σας υποστηρίξουμε –παιδιά του λαού είμαστε όπως κι εσείς άλλωστε! Όμως, εδώ δεν έχετε άσυλο και μπορεί να σας βαρέσει κανένας αψίθυμος. Για περάστε συντεταγμένοι μέχρι το προαύλιο κάποιας σχολής να έχετε το κεφαλάκι σας ήσυχο!» Έτσι δούλευε το κόλπο για μερικά χρόνια και οι σχολές του κέντρου έκαναν μικρά διαλείμματα μεταξύ των καταλήψεων για να πάρουν οι φοιτητές κάποιο πιστοποιητικό από τις γραμματείες. Μαθήματα, σπανίως γίνονταν.

Μέχρι που άλλαξαν τα κόζια, πήραν απόφαση οι «σοσιαλιστές» πως δεν έχει άλλο ψωμί γι΄αυτούς ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος, διοργάνωσαν στις κλαδικές τους τις μονάδες κρούσης με το κωδικό όνομα «Αγανακτισμένοι πολίτες» και άρχισε το βρωμόξυλο. Μετέφεραν τις σχολές στην απομονωμένη Πανεπιστημιούπολη, αποστράτευσαν και τον Αρκουδέα –τώρα, κουμάντο έκανε ο Δροσογιάννης.

Η περιοχή των Εξαρχείων γονάτισε από τις συνεχείς επιδρομές των ΜΑΤ. Οι αστυνομικοί πυροβόλησαν πισώπλατα τον Μιχάλη τον Καλτεζά (16 χρονών ήταν, πέταξε μολότωφ σε μια κλούβα και το έβαλε στα πόδια –αλλά οι σφαίρες ήταν, ανέκαθεν, γρηγορότερες) στο τέλος κάποια πορείας για το Πολυτεχνείο, φήμες έλεγαν για έναν ακόμα νεκρό, τα ΜΑΤ έγιναν μόνιμοι θαμώνες της πλατείας και η κυκλοφορία στους γύρω δρόμους ήταν ανέφικτη για άτομα κάτω των 40 ετών. Ξεκινούσες για καφέ και, στην καλύτερη περίπτωση, έτρωγες βρωμόξυλο. Στη μεσαία περίπτωση ξενυχτούσες, ασφαλής στην Ασφάλεια και στη χειρότερη, σου φόρτωναν ότι πρόχειρη κατηγορία κυκλοφορούσε. Σύσταση και συμμορία, αντίσταση κατά της αρχής, παρακώλυση συγκοινωνιών –ταρίφα, 6 με 8 μήνες στις αγροτικές φυλακές.

Όταν βαρέθηκαν να δέρνουν, αποφάσισαν πως η περιοχή των Εξαρχείων έπρεπε να εξαφανιστεί από τον χάρτη με την υπάρχουσα μορφή της. Στα πλαίσια της αναβάθμισης των συνθηκών ζωής στο κέντρο της πόλης βεβαίως! Έτσι έκαναν τη γνωστή «Επιχείρηση Αρετή» -πήραν τις άδειες από όλα τα μπαρ της περιοχής και μάγκωναν όποιον κυκλοφορούσε για εξακρίβωση στοιχείων. Εξάρχεια τέλος! Αναίμακτα για την κυβέρνηση, αν εξαιρέσεις κάτι φωνές του προοδευτικού χώρου που διαμαρτύρονταν για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μετά ήρθε ο Μητσοτάκης και διέλυσε τις τελευταίες εστίες αναταραχής στην περιοχή των Εξαρχειών. Πως; Απλούστατα –άφησε την αστυνομία να διευρύνει τις σχέσεις της με τον χώρο των ναρκομανών. Τα βαποράκια που κρύβονταν πίσω από τις διμοιρίες των ΜΑΤ σε κάθε φασαρία, τώρα πήραν το πάνω χέρι –ένας απέραντος πρεζότοπος έγινε η πλατεία. Δεν θυμάμαι πόσοι θάνατοι από ναρκωτικά σημειώθηκαν εκείνα τα χρόνια –θυμάμαι μόνο ότι ήταν πολλοί.

Το ΠΑΣΟΚ που ανέλαβε να κυβερνήσει μετά το διάλλειμα Μητσοτάκη, παρέλαβε μια πλατεία Εξαρχείων που φιλοξενούσε μόνο διακίνηση ναρκωτικών και παράνομων cd. Τα βράδια χόρευαν περιπλανώμενοι τσιγγάνοι κάτω από το άγαλμα. Και τα μαγαζιά άνοιξαν πάλι, με καινούργιες διευθύνσεις –η πλατεία Εξαρχείων έγινε ένα μικρό Κολωνάκι. Με φτηνότερο καφέ και χειρότερη θέα. Κάπως έτσι λειτουργεί και σήμερα.

Κάτι σαν δυνάμεις κατοχής

Όποιος δεν βαριέται μπορεί να κοιτάξει σε παλιότερα ποστ μου. Το έγραφα και σε σχόλια, το έλεγε και ο Σκιές Μιλάν τη νύχτα που συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια. Υπάρχει κι ένα ποστάκι της Μανταλένας που αναφέρεται στην περιπέτεια που είχε, όταν κάποιοι ΜΑΤατζήδες θεώρησαν πως τους φωτογράφιζε με το κινητό. Βαριέμαι να τα κάνω λινκ όλα αυτά –ένα είναι σίγουρο πάντως:

Από τις αρχές του προηγούμενου Νοέμβρη (με αφορμή ίσως την πορεία του Πολυτεχνείου) η περιοχή των Εξαρχείων ΑΣΤΥΝΟΜΟΚΡΑΤΕΙΤΑΙ. Αν δε με πιστεύετε, ρωτήστε και τον Άδωνη Γεωργιάδη που παραπονιόταν σε όλα τα κανάλια πως έχει λίγους ΜΑΤατζήδες έξω από το βιβλιοπωλείο του στη Ζωοδόχου Πηγής. Η Ακαδημίας είναι γεμάτη

κλούβες, η Σόλωνος έχει διμοιρίες σε κάθε γωνιά, η Ζωοδόχου Πηγής τα ίδια, βάλε και την κλούβα στη Χαριλάου Τρικούπη … Αυτά τα ξέρει ο deuced και αναγκάζεται ο άνθρωπος να καταστρώνει σχέδια απόδρασης κάθε φορά που κατεβαίνει στα Εξάρχεια για ποτό!

Μόνο στην πλατεία Εξαρχείων δεν υπάρχει αστυνομία –αλλά δεν υπάρχει και λόγος! Τι είναι σήμερα η πλατεία; Μην τα ξαναλέμε –κάποιες αξιοπρεπείς καφετέριες, αλλοδαποί που πουλάνε cd και dvd και, βεβαίως, ναρκομανείς. Το εμπόριο ανθεί στην πλατεία και στους γύρω πεζόδρομους –αλλά, είπαμε, δεν ασχολείται η αστυνομία με τέτοια πράγματα! Η πλατεία Εξαρχείων είναι εξίσου «άβατη» για τους αστυνομικούς, με την πλατεία Ηλιούπολης, την πλατεία Νέας Σμύρνης και την πλατεία Κολωνακίου. Αν τολμήσουν να κάνουν ντου σε τέτοιους χώρους, θα σταματήσουν οι μαγαζάτορες να πληρώνουν προμήθεια στα τοπικά αστυνομικά τμήματα –θα πεινάσει κόσμος!

Αλλά, ας υποθέσουμε, για χάρη των Μέσων, πως στην πλατεία μαζεύονται ακόμα άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Εγώ δεν τους έχω δει βέβαια, αλλά ας πούμε ότι συγκεντρώνονται τις μικρές ώρες της μέρας (γιατί νωρίτερα η πλατεία σφύζει από άτομα που πίνουν τον καφέ τους και δεν υπάρχει ούτε εκατοστό ελεύθερου πλακόστρωτου) για να επιτεθούν σε ανύποπτα αστυνομικά τμήματα και αθώα τζιπάκια. Πως το βλέπετε; Κάπως έτσι γίνεται; Μάλιστα.

Έγραψα παραπάνω πως η πλατεία Εξαρχείων υπήρξε ανέκαθεν η μέγιστη ποντικοπαγίδα. Το επαναλαμβάνω προς εμπέδωση. Και για να γίνω πιο κατανοητός, θα κάνω μια αντιστοιχία με ένα σύγχρονο ιστορικό γεγονός:

Ο ισχυρισμός πως «ομάδες ταραξιών εφορμούν από την πλατεία Εξαρχείων στις γύρω περιοχές για να κάνουν βανδαλισμούς» ευσταθεί ακριβώς όσο και ο ενδεχόμενος ισχυρισμός πως «οι 300, μαζί με τον Λεωνίδα, όταν οι Πέρσες έμαθαν το μυστικό πέρασμα από τον Εφιάλτη, κυκλοφορούσαν ελεύθερα, περνώντας ανάμεσα από τις γραμμές του Περσικού στρατού κι έτρωγαν κοψίδια στα Καμμένα Βούρλα». Πρέπει να είσαι ηλίθιος ή να έχεις πλήρη άγνοια της περιοχής για να υποστηρίξεις κάτι από τα παραπάνω!

Μα, δεν έχουν επιτεθεί διάφοροι σε διμοιρίες της περιοχής Εξαρχείων; Δεν έκαψαν το αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου; Δεν έκαψαν το βιβλιοπωλείο του Άδωνη; Ναι και λοιπόν; Επειδή κάποιοι τα έκαναν όλα αυτά, σημαίνει πως ξεκίνησαν από την πλατεία; Πως έγινε δηλαδή, για να καταλάβω -μαζεύτηκαν κάτω από το άγαλμα και πέρασαν από τις διμοιρίες των γύρω δρόμων ανενόχλητοι; Και γιατί να το κάνουν αυτό, ενώ θα μπορούσαν μια χαρά να δώσουν ραντεβού μπροστά στον «στόχο»; Η απάντηση «για να σκίσουν τις κομματικές τους ταυτότητες οι εκπρόσωποι των αστυνομικών και για να βρουν θέμα με το ‘άβατο’ οι πολιτικοί και οι ειδήσεις» δεν ευσταθεί –εκτός αν δεχτούμε πως αυτοί που έκαναν τις φασαρίες είναι υπάλληλοι της αστυνομίας, των πολιτικών ή των καναλιών.

Κάτι σαν επίλογος

Η περιοχή των Εξαρχείων αστυνομοκρατείται το τελευταίο διάστημα και η πλατεία Εξαρχείων πουλάει, εδώ και πολλά χρόνια, αποκλειστικά καφέδες, cd και πρέζα. Τα Εξάρχεια ήταν, ανέκαθεν, ο αγαπημένος χώρος των ΜΑΤ για ξεχαρμάνιασμα. Η πλατεία Εξαρχείων δεν συγκεντρώνει, πλέον, σημαντικό αριθμό ατόμων του αντιεξουσιαστικού ή του ευρύτερου εξωκοινοβουλευτικού χώρου.

Τότε γιατί όλη αυτή η βαβούρα με το «άβατο»; Μήπως γιατί «ρίξε λάσπη, ρίξε λάσπη –όλο και κάτι μένει στο τέλος», που έλεγε κι ο μακαρίτης ο Γκαίμπελς; Μήπως γιατί, αύριο, η αστυνομία θα αρχίσει μαζικές εφόδους στην περιοχή των Εξαρχείων, συλλαμβάνοντας και ξυλοκοπώντας ότι βρει μπροστά της; Και (σκέψου επιτυχία!) θα σπάσει επιτέλους το «άβατο» της πλατείας Εξαρχείων –ένα «άβατο» που δεν υπάρχει, αλλά, γι΄αυτό ακριβώς μπορεί εύκολα να συντριβεί.

Η περιοχή των Εξαρχείων είναι γεμάτη στέκια μεταναστών, χώρους εναλλακτικής πληροφόρησης και γραφεία ακτιβιστών. Οργανώσεις, καθ΄όλα νόμιμες που δεν σχετίζονται με πρακτικές βίας. Οργανώσεις πολιτικής παρέμβασης. Και πολύ φοβάμαι, πως σε ενδεχόμενες επιχειρήσεις εκκαθάρισης της περιοχής –οι μόνοι που θα συλληφθούν, θα είναι τα μέλη αυτών των οργανώσεων. Γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτοί που την πληρώνουν είναι, πάντα, οι «συνήθεις ύποπτοι».
Οι εύκολοι στόχοι.

. . . . . . . .



απλα και μονο για να παψουν καποιοι μυθοι.








υγ. με το 'αβατο' της βουλης τι γινεται; ποσο ακομα θα εχουν ασυλο;

Thursday, 3 May 2007

Η ψυχή μου τρέμει σαν περιστέρι.


[Στις 19 Ιανουαρίου του 2007 ο δημοσιογράφος Χραντ Ντινκ, μια από τις πιο σημαντικές φωνές της συρρικνούμενης αρμενικής κοινότητας της Τουρκίας, έπεσε νεκρός στην είσοδο της εφημερίδας του «Αγκος», ενώ είχε ήδη υποστεί αλλεπάλληλες δικαστικές περιπέτειες, αποτέλεσμα των συχνών του αναφορών στη γενοκτονία των Αρμενίων. Την ίδια εκείνη ημέρα της δολοφονίας ο Χραντ Ντινκ είχε γράψει στην εφημερίδα «Αγκος» το παρακάτω άρθρο, το οποίο στις 18 Ιανουαρίου θα φαινόταν ίσως υπερβολικό, αλλά την επομένη είχε δικαιωθεί με τον πιο τραγικό τρόπο. Οπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, πρόκειται για ένα συγκλονιστικό, όσο και συγκινητικό «Κατηγορώ» εναντίον του «βαθέος κράτους» από έναν άνθρωπο που θα μπορούσε πολύ εύκολα να ζήσει ήσυχη και άνετη ζωή στην Ευρώπη ή στην Αμερική, αλλά δεν το έκανε. Προτίμησε να αφήσει σε όλους αυτούς που πλημμύρισαν τους δρόμους της Κωνσταντινούπολης φωνάζοντας «Είμαστε όλοι Χραντ Ντινκ» μια βαριά κληρονομιά μέσα σε λίγες λέξεις: «Ηταν ενάντια στη φύση μου να αφήσω τις φωτιές της κόλασης, ανοίγοντας πανιά για προκάτ παραδείσους»].



Στην αρχή με ανησυχούσε η έρευνα που είχε ξεκινήσει σε βάρος μου ο εισαγγελέας του Σισλί, με την προσχηματική κατηγορία της προσβολής του τουρκισμού. Μα δεν ήταν η πρώτη φορά. Μια παρόμοια υπόθεση εκκρεμούσε και στην Ούρφα. Αρχικά μου απαγγέλθηκαν κατηγορίες προ τριετίας, με αφορμή μια δήλωση που είχα κάνει στη διάρκεια μιας συνέντευξης στην Ούρφα, όπου δήλωσα «δεν είμαι Τούρκος, αλλά Αρμένιος, πολίτης της Τουρκίας». Οπότε τσουπ, ξεφύτρωσε από το πουθενά η κατηγορία περί «προσβολής της τουρκικής ταυτότητας». Εγώ δεν είχα ιδέα για τη δίκη, κι επ’ ουδενί με ενδιέφερε η όλη ιστορία. Μερικοί φίλοι δικηγόροι από την Ούρφα ασχολήθηκαν με την υπόθεση εν τη απουσία μου.

Και το ίδιο εντελώς αδιάφορος ήμουν όταν κλήθηκα να καταθέσω στον εισαγγελέα του Σισλί. Σε τελευταία ανάλυση είχα πίστη στα γραπτά μου και στις αγαθές μου προθέσεις. Αν ο εισαγγελέας είχε εκτιμήσει τη σειρά των άρθρων μου στο σύνολό τους, χωρίς να απομονώσει μια και μοναδική πρόταση, που ούτε έδενε με τα γραπτά μου, ούτε σχέση είχε με αυτά, τότε εύκολα θα καταλάβαινε πως καμιά πρόθεση δεν είχα να «προσβάλω την τουρκική ταυτότητα».

Ημουν πεπεισμένος πως, μετά το πέρας των ανακρίσεων, δεν θα μου απαγγελλόταν η παραμικρή κατηγορία. Τόσο σίγουρος ένιωθα για τον εαυτό μου. Ωστόσο, προς μεγάλη μου έκπληξη, η υπόθεση κατέληξε στο δικαστήριο.

Αλλά και τότε ακόμη δεν έχασα την αισιοδοξία μου. Ετσι έφθασα στο σημείο να δηλώσω στον συνήγορο της πολιτικής αγωγής «πώς δεν θα έπρεπε να αγωνιά τόσο για την έκβαση και ότι εν πάση περιπτώσει αν καταδικαζόμουν, θα εγκατέλειπα τη χώρα». Ναι, τόσο σίγουρος αισθανόμουν, πως ούτε στις προθέσεις μου ήταν ούτε στους στόχους μου «να προσβάλω την τουρκική ταυτότητα». Και όποιος είχε διαβάσει όλη τη σειρά των άρθρων μου θα το καταλάβαινε.

Μάλιστα η επιτροπή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης που είχε συσταθεί ειδικά για να εξετάσει την υπόθεση, διατύπωνε αυτό ακριβώς το συμπέρασμα στο πόρισμα που κατέθεσε στο δικαστήριο.

Δεν είχα, λοιπόν λόγους να ανησυχώ, δεδομένου ότι είτε στη τρέχουσα είτε σε κάποια άλλη φάση της εκδίκασης της υπόθεσης η αλήθεια θα έβρισκε τον δρόμο της

Ομως η υπόθεση δεν παρεγράφη. Ο εισαγγελέας ήθελε σώνει και καλά την καταδίκη μου, παρά το θετικό πόρισμα της επιτροπής των εμπειρογνωμόνων. Και τότε ο δικαστής με καταδίκασε σε έξι μήνες φυλάκιση.

Οταν άκουσα την ετυμηγορία, ένιωσα να με πνίγει η ίδια η ελπίδα που με κράτησε ορθό όλους εκεινους τους μήνες της δίκης. Είχα μείνει εμβρόντητος… Ενιωθα πληγωμένος και η επιθυμία μου να επαναστατήσω ενάντια σ’ αυτήν την εξέλιξη φούντωσε μέσα μου.

«Περίμενε πρώτα να βγει η απόφαση, κι ύστερα θα έχεις όλο τον χρόνο να μετανιώσεις για όλα όσα έχεις γράψει κι έχεις πει», έλεγα στον εαυτό μου, σε μια προσπάθεια να αντλήσω κουράγιο και καρτερία.

Η ακροαματική διαδικασία καλυπτόταν τηλεοπτικά και στα έντυπα μέσα έβλεπαν το φως άρθρα που ισχυρίζονταν πως είχα πει ότι «στο τούρκικο αίμα ρέει δηλητήριο». Και κάθε φορά η… φήμη μου, του «εχθρού των Τούρκων», έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Στους διαδρόμους των δικαστηρίων γινόμουν στόχος φασιστών που με περιέλουζαν με ρατσιστικές ύβρεις, ταπεινώνοντάς – με τα όσα έγραφαν τα πλακάτ που κρατούσαν. Δεχόμουν απειλητικά e-mail, χώρια τα τηλέφωνα και τους σωρούς τα γράμματα - μια κατάσταση που όλο και χειροτέρευε. Κι όλα αυτά τα υπέμενα καρτερικά, προσβλέποντας σε μια αθωωτική απόφαση. Η ετυμηγορία θα διαβαζόταν μεγαλοφώνως, η αλήθεια θα έλαμπε, κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα ένιωθαν ντροπιασμένοι.

Μοναδικό μου όπλο η ειλικρίνειά μου.

Ομως σαν βγήκε η απόφαση, χάθηκαν κι οι ελπίδες μου. Από την έκδοσή της και μετά βρέθηκα να βιώνω μια κατάσταση από τις χειρότερες που μπορεί να ζήσει άνθρωπος. Ο δικαστής εξέδωσε την απόφασή του «στο όνομα του τουρκικού λαού», νομιμοποιώντας έτσι τον ισχυρισμό «πως είχα προσβάλει την τουρκική ταυτότητα».

Ολα θα μπορούσα να τα αντέξω, εκτός απ’ αυτήν τη ρετσινιά. Το να προσβάλεις ανθρώπους με τους οποίους ζεις μαζί στη βάση των όποιων θρησκευτικών ή φυλετικών διαφορών είναι σκέτος ρατσισμός, και ο ρατσισμός (για μένα) είναι κάτι το φοβερό και ανεπίτρεπτο.

Υπό την επίδραση μιας τέτοιας ψυχολογίας, είπα στους εκπροσώπους των ΜΜΕ που με περίμεναν στην έξοδο του δικαστηρίου να έχουν τον νου τους να δουν «αν θα εγκαταλείψω τη χώρα», κάνοντας την πιο κάτω δήλωση:

«Θα συμβουλευτώ τους δικηγόρους μου, θα προσφύγω στον Αρειο Πάγο, στην ανάγκη και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κι αν δεν αθωωθώ τελικά, τότε θα εγκαταλείψω τη χώρα. Γιατί, έτσι όπως τα βλέπω εγώ τα πράγματα, κάποιος που καταδικάζεται στη βάση μιας τέτοιας κατηγορίας, τότε σίγουρα δεν δικαιούται να ζει ανάμεσα στους ανθρώπους τους οποίους προσέβαλε». Κι όλα αυτά τα είπα υπό το κράτος της έντονης συναισθηματικής φόρτισης, ως συνήθως. Η αλήθεια και η ειλικρίνειά μου ήταν τα μοναδικά μου όπλα.

Ενα κακόγουστο αστείο

Ελα όμως που αυτή μου η δήλωση όπλισε όλους εκείνους, που είχαν βαλθεί με τρόπο τόσο σκαιό και ανελέητο να με σπρώξουν στο περιθώριο και να με καταστήσουν εύκολο στόχο, με ένα ακόμη πρόσχημα που θα τους διευκόλυνε στην επίτευξη του τελικού στόχου τους. Και με μήνυσαν ξανά, ισχυριζόμενοι αυτήν τη φορά πως επιχειρούσα να επηρεάσω την ετυμηγορία του δικαστηρίου. Τούτη η εκδοχή δημοσιοποιήθηκε από όλα τα ΜΜΕ, ωστόσο μονάχα τα όσα δημοσιεύτηκαν στο εβδομαδιαίο Agos τράβηξαν την προσοχή τους. Ετσι τόσο οι υπεύθυνοι του Agos, όσο κι εγώ ο ίδιος βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την κατηγορία του επηρεασμού του σώματος των ενόρκων.

Μα εγώ είμαι ο κατηγορούμενος. Ποιος άλλος «θα επιχειρούσε να επηρεάσει την ετυμηγορία των ενόρκων», ει μη μόνον κάποιος ήδη υπό κατηγορία;

Προσέξτε όμως το αστείο του πράγματος: κατηγορούμενος, ο οποίος υπερασπίζεται εαυτόν ακριβώς επειδή τελεί υπό κατηγορία, βρίσκεται να κατηγορείται εκ νέου πως δήθεν επιχειρεί να «επηρεάσει την ετυμηγορία του δικαστηρίου» στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας υπεράσπισης του εαυτού του.

«Εις το όνομα του τουρκικού κράτους»

Δεν θα σας κρύψω πως η πίστη μου στο «σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης» όσο και στην έννοια του «Νόμου» κλονίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Η «δικαιοσύνη» δεν υπερασπιζόταν τα δίκια των πολιτών, αλλά εκείνα του κράτους.

Συγκεκριμένα ήμουν πεπεισμένος ότι, αν και κατά δήλωση του προέδρου, η απόφαση είχε ληφθεί στο όνομα του λαού, στην ουσία είχε ληφθεί στο όνομα του κράτους. Οι δικηγόροι μου θα προσέφευγαν βέβαια στον Αρειο Πάγο, ωστόσο ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί πως οι άνθρωποι του «βαθέος κράτους» δεν θα αποδεικνύονταν το ίδιο… αποτελεσματικοί και αποφασισμένοι, όπως είχαν αποδειχτεί και στις προηγούμενες περιπτώσεις; Κι ήταν άραγε όλες οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δίκαιες;.

Μήπως δεν ήταν αυτός ο ίδιος Αρειος Πάγος που είχε επικυρώσει τις άδικες δικαστικές αποφάσεις για την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των Μειονοτικών Ιδρυμάτων;

Και βέβαια εμείς κάναμε την έφεσή μας, όμως τι καταλάβαμε; Ο πρόεδρος του Εφετείου, συνεπικουρούμενος από τις γνωματεύσεις των εμπειρογνωμόνων, απεφάνθη πως δεν υπήρχαν στοιχεία τα οποία να τεκμηρίωναν την ενοχή μου, ζητώντας έτσι την απαλλαγή μου, όμως ο Αρειος Πάγος με βρήκε και πάλι ένοχο. Ο εισαγγελέας ήταν εξίσου αμετακίνητος στην απόφασή του, όσο κι εγώ ο ίδιος βέβαιος για το αθώο του άρθρου μου, έτσι ανέτρεψε την ετυμηγορία στέλνοντάς την για τα περαιτέρω στο Γενικό Συμβούλιο.

Ομως οι δυνάμεις εκείνες που είχαν βαλθεί να με συντρίψουν, και οι οποίες κατάφερναν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε κάθε φάση της όλης διαδικασίας μετερχόμενες μεθόδους εντελώς άγνωστες σε μένα, έπιασαν πάλι να κινούν παρασκηνιακά τα νήματα. Απόρροια τούτου ήταν το Γενικό Συμβούλιο να με βρει κατά πλειοψηφία ένοχο, αποφαινόμενο ότι όντως είχα προσβάλει την τουρκική ταυτότητα.

Σαν περιστέρι

Είναι προφανές πως όλοι αυτοί που επεδίωκαν να με «απαλλοτριώσουν», καθιστώντας με αδύναμο κι εύκολη λεία στα πυρά τους, τελικά πέτυχαν τον στόχο τους. Μόνο λίγοι δεν είναι εκείνοι που με θεωρούν σήμερα άνθρωπο «ο οποίος όντως πρόσβαλε την τουρκική ταυτότητα», κι όλα αυτά χάρη στην παραπληροφόρηση και την υιοθέτηση αθέμιτων μεθόδων.

Ο σκληρός δίσκος του υπολογιστή μου είναι γεμάτος από μηνύματα πολιτών αυτής της κατηγορίας. Μηνύματα γεμάτα μίσος και απειλές. Σε ποιο βαθμό μπορεί να είναι βάσιμες αυτές οι απειλές, και σε πιο βαθμό λόγια του αέρα; Ειλικρινά αυτό δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω. Η πραγματική απειλή, αυτή που με τίποτε δεν μπορώ να αντέξω, είναι το ψυχολογικό μαρτύριο το οποίο υφίσταμαι.

Η σκέψη που με πιλατεύει διαρκώς και δε λέει να φύγει από το μυαλό μου είναι: «Αραγε τι πιστεύουν τώρα αυτοί οι άνθρωποι για μένα»; Η ειρωνεία του πράγματος είναι πως σήμερα χαίρω μεγαλύτερης… δημοφιλίας απ’ ό,τι πριν, και με τον τρόπο που με κοιτούν οι άνθρωποι είναι σαν να ρωτούν ο ένας τον άλλο, «Για δες, αυτός δεν είναι εκείνος ο Αρμένης;»

Κι εκεί που πάω να ηρεμήσω, να ’σου αρχίζει πάλι το μαρτύριο. Η μια όψη αυτού του μαρτυρίου είναι η περιέργεια, η έλλειψη απάντησης στο επιτακτικό ερώτημα, η άλλη, η ανησυχία. Από τη μια μεριά η προσοχή κι η αυτοσυγκράτηση, από την άλλη το φυλλοκάρδι μου που τρέμει. Ομοια με το περιστέρι, έχω τα μάτια μου παντού, έτσι όπως κοιτώ πίσω μου, μπροστά μου, δεξιά κι αριστερά μου.

Και το κεφάλι μου σβουρίζει ίδια με του περιστεριού. Και το ίδιο αστραπιαία, έτσι που, προτού προλάβω να κοιτάξω προς τη μια μεριά, ήδη κοιτάζω προς την άλλη. Ιδού το τίμημα.

Και τι είπε ο υπουργός των Εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιουλ; Τι είπε ο υπουργός Δικαιοσύνης Κεμίλ Τσιτσέκ;

«Δεν θα πρέπει να λέγονται υπερβολές σε ό,τι αφορά την ερμηνεία του Αρθρου 301. Μα όποιοι κρίνονται ένοχοι, δεν καταλήγουν στη φυλακή;» Λες και το να πληρώνεις το τίμημα για κάτι, σημαίνει πως πρέπει πάντα οπωσδήποτε να καταλήγεις πίσω απ’ τα σίδερα. Δείτε το τίμημα… Ιδού το τίμημα… Ξέρετε, υπουργαίοι μου, τι τίμημα είναι να καταδικάζετε κάποιον να τρέμει σαν το περιστεράκι; Εχετε ιδέα; Τι στην ευχή, ποτέ σας δε ρίχνετε μια ματιά στα περιστέρια;

Ζήτημα ζωής και θανάτου

Τα όσα τράβηξα μόνο ασήμαντα δεν ήταν… Εγώ και η οικογένειά μου.

Ηταν φορές που στα αλήθεια σκέφτηκα να φύγω από τη χώρα. Ειδικά όταν οι απειλές είχαν στόχο τους πρόσωπα του άμεσου οικογενειακού μου περιβάλλοντος. Τότε αλήθεια ένιωθα να τα χάνω.

Αυτό το περί «ζωής και θανάτου» σημαίνει μόνο ένα πράγμα, κι όσο για μένα, μπορώ από δική μου βούληση να γίνω μαχητής, όμως δεν έχω δικαίωμα να εκθέσω σε κίνδυνο τη ζωή και την ασφάλεια των δικών μου ανθρώπων. Εγώ μπορώ να γίνω ήρωας, όμως το τίμημα της όποιας ανδρείας μου δεν θα πρέπει να το πληρώσει άλλος άνθρωπος. Σε τέτοιες στιγμές απόγνωσης έβρισκα απάνεμο λιμάνι κοντά στην οικογένεια και στα παιδιά μου. Με στήριζαν με όλη τους τη δύναμη. Με εμπιστεύονταν. Κάθε που έλεγα, «Πάμε, φεύγουμε», ήταν υπ’ ατμόν, κι όταν έλεγα, «Εδώ μένουμε», με υπάκουαν δίχως δεύτερη κουβέντα.

Να μείνω και να παλέψω

Να φύγουμε όμως και να πάμε πού; Στην Αμερική; Μα μέχρι ποιου σημείου μπορεί να αντέξει την αδικία ένας άνθρωπος σαν κι εμένα, που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του πάνω σε αυτό το ζήτημα; Αλλά και το να πήγαινα να ζήσω σε κάποια χώρα της Ευρώπης, ούτε αυτό με έκφραζε. Με ξέρω καλά. Τρεις μέρες στο εξωτερικό, κι αρχίζει και μου λείπει η πατρίδα μου. Τι στην ευχή να έκανα εκεί πέρα; Το να άφηνα «τις φωτιές της Κόλασης» και να άνοιγα πανιά για παράδεισους- προκάτ ήταν κάτι κόντρα στη φύση μου.

Είμαστε, βλέπετε, από την πάστα των ανθρώπων που διακατέχονται από τον πόθο να μετατρέπουν τις κολάσεις σε παραδείσους.

Επιθυμία μας ήταν να ζήσουμε στην Τουρκία, κι έχουμε ηθικό καθήκον απέναντι στους φίλους μας, γνωστούς κι αγνώστους που μας στηρίζουν και παλεύουν για τη Δημοκρατία. Θα μείνουμε, λοιπόν και θα παλέψουμε.

Κι αν πάντως έρθει κάποια μέρα που θα πρέπει να αναχωρήσουμε, τότε ας αναχωρήσουμε όπως αναχώρησαν οι απόγονοί μας καλή ώρα το 1915… Μην ξέροντας προς τα πούθε να τραβήξουμε, ακολουθώντας τα μονοπάτια που είχαν διαβεί κι εκείνοι… νιώθοντας τον πόνο και την αγωνία τους.

Ετσι κατατρεγμένοι θα αφήσουμε την πατρίδα μας. Για να καταλήξουμε όχι στα μέρη που θα τραβάει η ψυχή μας, αλλά σε κείνα όπου θα αντέξουν να μας πάνε τα πόδια μας. Οπου κι αν είναι αυτά τα μέρη.

Φοβισμένος κι ελεύθερος

Εύχομαι κι ελπίζω να μην αναγκαστούμε ποτέ να ζήσουμε τέτοια προσφυγιά. Εχουμε αρκετές ελπίδες κι άλλους τόσους λόγους για να μη ξαναπεράσουμε τέτοια πικρή εμπειρία. Ετοιμάζομαι τώρα να προσφύγω στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μακάρι να ’ξερα πόσα χρόνια θα τραβήξει αυτή η υπόθεση.

Εκείνο όμως που ξέρω και που ώς ένα βαθμό με ανακουφίζει, είναι το ότι, αν μη τι άλλο, θα εξακολουθώ να ζω στην Τουρκία μέχρι να πάρει τέλος ετούτη η ιστορία. Κι αν βγει μια θετική απόφαση, το γεγονός ασφαλώς και θα με κάνει ευτυχέστερο και θα σημαίνει πως δεν θα αναγκαστώ ποτέ να εγκαταλείψω την πατρίδα μου.

Πολύ πιθανό το 2007 να είναι η πιο δύσκολη χρονιά. Οι δίκες θα συνεχιστούν, και νέες θα φθάσουν στο ακροατήριο. Κύριος οίδε με τι είδους αδικίες θα βρεθώ αντιμέτωπος.

Ομως, τι κι αν όλα αυτά μέλλουν να συμβούν, υπάρχει κάτι που για μένα αποτελεί εγγύηση. Ναι, νιώθω σαν σκιαγμένο περιστέρι, όμως ξέρω καλά πως σε αυτήν τη χώρα οι άνθρωποι ούτε αγγίζουν, ούτε ενοχλούν τα περιστέρια. Και τα περιστέρια ζουν κι ευημερούν στην καρδιά των πόλεων.

Ε, ναι, λοιπόν… αισθάνομαι λιγάκι φοβισμένος, μα κι απ’ την άλλη ελεύθερος.


(ενα συγκλονιστικό άρθρο–κατηγορώ από τον Χραντ Ντινκ που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αγκος» την ημέρα της δολοφονίας του, 19/01/2007).

3 Μαϊου 2007: Παγκόσμια Ημέρα της Ελευθεροτυπίας

Φαντάσου ότι είσαι ένας νέος 25 χρονών που μένεις σε μια χώρα, η οποία συστηματικά καταπιέζει την ελευθερία της έκφρασης.

Οι περισσότερες ιστοσελιδες με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα “μπλοκάρονται” από ένα εθνικό φίλτρο και δεν εμφανίζονται ποτέ στην οθόνή σου. Θέλεις να επικοινωνείς με ανθρώπους από όλο τον κόσμο κι έτσι χρησιμοποιείς το PalTalk, ένα chat room που αν και η έδρα του είναι στην Νεά Υόρκη αλλά πολλοί χρήστες του μιλάνε τη γλώσσα σου. Στην ουσία είναι το παράθυρο του απομονωμένου κόσμου σου.

Μια μέρα που έχετε μαζευτεί στο σπίτι σου με φίλους και μιλάτε με άλλους χρήστες στο chat room, εισβάλλουν ξαφνικά στις τρεις το πρωί 50 αστυνομικοί, σας χτυπάνε και σε φυλακίζουν σε πλήρη απομόνωση για 9 ολόκληρους μήνες χωρίς ποτέ να σου απαγγελθούν κατηγορίες.

Περνάνε αυτοί οι μήνες και αφήνεσαι «ελεύθερος». Δε φοβάσαι να κατακρίνεις δημόσια την κυβέρνηση και υποστηρίζεις την αναγκαιότητα ειρηνικής αλλαγής της πολιτικής κατάστασης (στη χώρα σου είναι νόμιμο μόνο ένα πολιτικό κόμμα). Περίπου έξι βδομάδες μετά όμως, εκεί που κάθεσαι σε ίντερνετ-καφέ παρέα με τον αδερφό σου και διαβάζεις τα email σου και ειδησεογραφικά sites, σε πλησιάζουν άντρες της Ασφάλειας, σου φοράνε χειροπέδες και σε αναγκάζουν να τους οδηγήσεις σπίτι σου, όπου βρίσκουν και κατάσχουν, μία κάμερα, ένα κασετόφωνο, 2 CD και ένα βιβλίο που για κακή σου τύχη είναι απαγορευμένο επειδή υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοψηφίσματος για πολυκομματισμό στη χώρα.

Αν σε έλεγαν Truong Quoc Tuan και έμενες στο Βιετνάμ, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;

Θα ήσουν σε ένα κελί σε πλήρη απομόνωση χωρίς καμιά επαφή με δικηγόρους ή συγγενικά πρόσωπα. Θα σε κατηγορούσαν για προπαγάνδα εναντίον του κράτους και θα αναρωτιόσουν, στα αλήθεια για ποιο λόγο και για πόσα κλικ του ποντικιού σου αντιμετωπίζεις 20 χρόνια κάθειρξη…

Ή φαντάσου να δουλεύεις ως δημοσιογράφος σε κινέζικη εφημερίδα.

Τις παραμονές της 15ης επετείου από τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν, σε συνάντηση του προσωπικού της εφημερίδας, σάς δείχνουν ένα μέμο από το Κεντρικό Τμήμα Προπαγάνδας για το πώς θα πρέπει να καλύψετε τις επετειακές εκδηλώσεις. Σε αυτό δίνονται οδηγίες στους εργαζόμενους στα ΜΜΕ να «κατευθύνουν σωστά την κοινή γνώμη», να «μην δημοσιεύουν ποτέ απόψεις που δεν είναι σύμφωνες με την επίσημη πολιτική» και να καταδίδουν στις αρχές τυχόν υποψίες που έχουν για συναδέλφους τους που επικοινωνούν με δημοκρατικά στοιχεία στο εξωτερικό.

Εσύ κρατάς σημειώσεις από αυτό το μέμο και το στέλνεις με email από τον προσωπικό σου yahoo! λογαριασμό σε κάποιον γνωστό σου στην Αμερική που διαχειρίζεται ένα πολύ γνωστό κινέζικο website, το Δημοκρατικό Φόρουμ. Το email δημοσιεύεται την ίδια μέρα με το ψευδώνυμο “198964” στα ανεξάρτητα κινεζόφωνα websites του εξωτερικού που έτσι κι αλλιώς είναι απαγορευμένα στη χώρα.

Σε συλλαμβάνουν μερικούς μήνες αργότερα. Η εταιρία Yahoo! θα έχει πολύ απλά δώσει τα στοιχεία του λογαριασμού της ηλεκτρονικής σου διεύθυνσης και την ακριβή τοποθεσία από την οποία στάλθηκε το επίμαχο email.

Αν το όνομά σου ήταν Shi Tao και έμενες στην Κίνα, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;
Θα καταδικαζόσουν με την κατηγορία της προδοσίας κρατικών μυστικών σε 10ετή κάθειρξη. Η γυναίκα σου θα ανακρινόταν καθημερινά από τις αρχές και η δουλειά θα της πίεζε να σε χωρίσει, πράγμα που τελικά θα έκανε. Θα είχες ελάχιστη επαφή με την οικογένειά σου. Θα μεταφερόσουν σε φυλακές υψίστης ασφάλειας και θα σου απαγόρευαν γράφεις ή να διαβάζεις. Η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων θα σου απένειμε το Διεθνές Βραβείο Τύπου για την Ελευθερία, το οποίο φυσικά δε θα μπορούσες να παραλάβεις.

Φαντάσου να μπορούσες να απελευθερώσεις τον Truong Quoc Tuan και τον Shi Tao. Μπορείς!

Μπες στο http://www.amnesty.org.gr/ και πάρε μέρος στην εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας για την ελευθερία της έκφρασης στο ίντερνετ!



Τανερ Ακσαμ [Ας δούμε, όμως, τη φωτογραφία αυτή λίγο πιο κοντά, λέει ο Φισκ. «Αμερικανοί και Καναδοί αξιωματούχοι εμφανίζονται τώρα να συλλαμβάνουν και να κρατούν αθώους ανθρώπους, με βάση κάποια κείμενα μίσους που φυτεύονται στο Ιντερνετ». Και, όπως συμβούλεψαν οι Καναδοί τον Ακσάμ, φτάσαμε πια στο εξωφρενικό σημείο, να ζητείται από τους αθώους να προσλάβουν δικηγόρους για να τους προστατεύσουν από μια «ενοχή» που επιβάλλεται από το μέσον αυτό, που υποτίθεται ότι είναι η πεμπτουσία της δημοκρατίας.]

Καριμ Αμερ [Η δίκη του φαίνεται να παρουσιάζεται ως προειδοποίηση από τις αρχές προς άλλους bloggers που τολμούν να κάνουν κριτική στη κυβέρνηση ή να κάνουν χρήση των blog τους για να διαδώσουν πληροφορίες που θεωρούνται επιβλαβείς για την εικόνα της χώρας.]


Χραντ Ντινκ + εδω


αναμνηση.

[αναμνηση μιας βολτας, ενα βραδυ καποιας δευτερας (με την υγρασια να μη σε αφηνει να διακρινεις τον ουρανο απο τον οριζοντα), στον ναο του Ποσειδωνα στο Σουνιο].




you'll never walk alone.

με αφορμη τον προχθεσινο αγωνα της liverpool (μιας εκ των δυο αγαπημενων μου ομαδων στην αγγλια - με την tottenham να ειναι μακραν η πρωτη), ενα θεμα αφιερωμενο στη λατρεια μιας ομαδος (οποια και να 'ναι αυτη). λογω liverpool τα βιντεο ειναι απο αγγλια εκτος του πρωτου που ειναι απο αργεντινη και πιο συγκεκριμενα απο οπαδους της river plate και του τελευταιου που ειναι απο ελλαδα και απο Παναθηναικο.

river plate:


εθνικη αγγλιας:


Liverpool FC:


Liverpool FC – Υou’ll never walk alone (το καλυτερο συνθημα που εχει ακουστει ποτε σε γηπεδο):



και επειδη Παναθα εισαι η μεγαλυτερη αρρωστεια:

Wednesday, 2 May 2007

1 Μάη 1886, Σικάγο - Οι ρίζες της Πρωτομαγιάς.



Οι μάρτυρες του Σικάγου: οι Parsons, Engel, Spies και Fischer κρεμάστηκαν,
ο Lingg (στο κέντρο) αυτοκτόνησε στη φυλακή

«Θα έρθει η μέρα που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές
που καταπνίγεται σήμερα»
(Το μνημείο στους μάρτυρες του Σικάγου έχει το παραπάνω κείμενο σαν επιγραφή στη βάση του).

Όπως ο πανικός του 1873 σφράγισε τη γέννηση του συνειδητού εργατικού κινήματος σε εθνική κλίμακα, έτσι σφράγισε και τη γέννηση μιας πρακτικής και ρεαλιστικής αντίληψης για το σοσιαλισμό -αντίληψης που επρόκειτο να αντικαταστήσει τους απόμακρους ουτοπικούς πόθους των πρώτων σοσιαλιστών που περιορίζονταν σε “υψηλές” διανοουμενίστικες συζητήσεις και ρομαντικά δοκίμια. Από κείνη την εποχή οι σοσιαλιστές, αντί να τρέφουν ιδεαλιστικές ελπίδες για το αύριο, άρχισαν να δρουν για το σήμερα, οργανώνοντας διαδηλώσεις πεινασμένων, διαδηλώσεις ανέργων, απεργίες, μαζικές συγκεντρώσεις και πολιτικές καμπάνιες. Αρχικά λειτούργησαν μέσα από το Εργατικό Κόμμα των Η.Π.Α. που είχε ιδρυθεί το 1876 και που έπαιξε σημαντικό ρόλο στις απεργίες των σιδηροδρομικών το 1877, ιδιαίτερα στο Σικάγο και το Σαιν Λούις.

Μετά την αποτυχία αυτών των απεργιών το Εργατικό Κόμμα αναδιοργανώθηκε και μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα που είχε σαν πρωταρχική του λειτουργία την πολιτική δράση, άσχετο αν διατήρησε φιλικές σχέσεις με τα συνδικάτα. Όταν έγινε αυτή η αλλαγή, η Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Σ.Ε.Κ. διέταξε να σταματήσουν οι μαζικές συγκεντρώσεις για να παρουσιάσει στα νομοθετικά σώματα προτάσεις σχετικές με την καθιέρωση του οκτάωρου, αποφάσεις για την κατάργηση όλων των απαγορευτικών νομοσχεδίων και για την αγορά από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σιδηροδρομικών και τηλεγραφικών γραμμών.

Παρόλα αυτά, το σοσιαλιστικό κίνημα στην Αμερική αντικατόπτριζε το σχίσμα της Πρώτης Διεθνούς -οι φράξιες που δημιουργήθηκαν διαχωρίστηκαν με αφορμή θέματα τακτικής και μεθοδολογίας. Οι Διεθνιστές υποστήριζαν τον μυστικό εξοπλισμό και την άμεση προετοιμασία για την κοινωνική επανάσταση, ενώ ο συνδικαλισμός και η πολιτική θα χρησίμευαν σαν επικουρικές δραστηριότητες που έπρεπε να βρίσκονται κάτω από αυστηρή επιτήρηση από φόβο μήπως οδηγήσουν στο προδοτικό ρεύμα του οπορτουνισμού. Οι Λασσαλικοί, από την άλλη μεριά, ζητούσαν τη σταδιακή δημιουργία μιας νέας κοινωνίας μέσω της εκπαίδευσης, της πολιτικής οργάνωσης και της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Οι Λασσαλικοί ελέγχανε για μερικά χρόνια την πολιτική του κόμματος και τόλμησαν ακόμα και στο Σικάγο, το παραδοσιακό οχυρό του συνδικαλισμού και των επαναστατικών στοιχείων, να ταχτούν υπέρ της συμμετοχής στις εκλογές. Γρήγορα λοιπόν ξέσπασε μια διαμάχη όσον αφορά τις αγωνιστικές εργατικές οργανώσεις. Η μεγαλύτερη από αυτές, η Lehr und Wehr Verein, είχε δημιουργηθεί από γερμανούς σοσιαλιστές του Σικάγου το 1875, με στόχο να προστατευθούν ενάντια στους τραμπουκισμούς των παλαιότερων κοινοβουλευτικών κομμάτων. Η ανάγκη για την ύπαρξη αυτής της προστασίας αποδείχτηκε αργότερα κατά τη διάρκεια της απεργίας των επιπλοποιών τον Ιούλιο του 1877, όταν η αστυνομία επιτέθηκε με εξωφρενική κτηνωδία ενάντια σε ειρηνικές συγκεντρώσεις. Η Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή του Σ.Ε.Κ., με το να απαρνηθεί όλες τις αγωνιστικές οργανώσεις, συγκρούστηκε ακόμα περισσότερο με τα επαναστατικά στοιχεία του Σικάγου.

Η εχθρότητα αυτή έγινε εντονότερη το 1880 μετά την παταγώδη αποτυχία των σοσιαλιστών στις εκλογές. Επιπλέον, ο μοναδικός σοσιαλιστής δημοτικός σύμβουλος που εκλέχτηκε ξανά στο Σικάγο δεν κατάφερε να αναλάβει τα καθήκοντά του λόγω της παρασκηνιακής χειραγώγησης από μέρος του Δημοκρατικού δημοτικού συμβουλίου, οπότε οι επαναστάτες τόνισαν το πόσο μάταιο ήταν να κατακτηθεί η νέα κοινωνία μέσα από τις κάλπες. Οι τάξεις των επαναστατών πλήθυναν χάρη στην προσχώρηση πάρα πολλών γερμανών εργατών που διαφωνούσαν με το αντισοσιαλιστικό διάταγμα του 1878, γεγονός που κατέληξε σε μια συνδιάσκεψή τους που έγινε στο Σικάγο τον Οκτώβριο του 1881.

Πριν από την άφιξη του Γιόχαν Μοστ στην Αμερική, δεν ήταν τόσο ισχυρό το κίνημα των επαναστατικών ομάδων. Η εμφάνιση του Μοστ -υποστηρικτή των απόψεων του Μπακούνιν και του Νετσάγιεφ, και ιδρυτή της Διεθνούς Οργάνωσης Εργαζομένων, γνωστής ως “Μαύρης Διεθνούς”- παραγκώνισε τους κοινοβουλευτικούς σοσιαλιστές. Στα θεωρητικά θέματα ο Μοστ δεν ήταν καθαρός αναρχικός, παρόλα αυτά, στην πράξη υποστήριξε την αναρχική τακτική της τεροριστικής δράσης ενάντια στην Εκκλησία και το Κράτος, δράση που πραγματοποιείται από το άτομο με δική του πρωτοβουλία, ώστε να μην διακινδυνεύσει ολόκληρο το κίνημα αν συλληφθεί ο δράστης της μεμονωμένης πράξης.

Πίστευε ότι μόνο τα όπλα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στους εργάτες κάποια ισότητα απέναντι στην αστυνομία και το στρατό. Πρότεινε τη δημιουργία σώματος οπλοφόρων και την εξολόθρευση της “άθλιας φάρας”, της “φάρας των ερπετών”, της “ράτσας των παράσιτων”. Σε μια μπροσούρα του με τίτλο “Το Κτήνος της Ιδιοκτησίας” διακήρυξε ότι δεν θα έπρεπε να γίνει κανένας συμβιβασμός με την τωρινή κοινωνία, αλλά θα έπρεπε να εξαπολυθεί ανελέητος πόλεμος, μέχρι που να “καταδιωχθεί, ως το τελευταίο του κρησφύγετο και να καταστραφεί ολοκληρωτικά” το κτήνος της ιδιοκτησίας.

Παρακινημένοι από την αγκιτάτσια του Μοστ, οι εκπρόσωποι των επαναστατικών αντικοινοβουλευτικών ομάδων από 26 πόλεις συγκεντρώθηκαν στο Πίτσμπουργκ στις 14 Οκτωβρίου 1883 για να αναδιοργανώσουν τη Διεθνή Ένωση Εργατών. Και σ΄ αυτή την περίπτωση, υπάρχουν πάλι δύο ξεχωριστά στοιχεία συνενωμένα μόνο από την αντίθεσή τους ως προς την πολιτική δράση. Οι αντιπρόσωποι από τη Νέα Υόρκη και τις ανατολικές Πολιτείες με πρώτο και καλύτερο το Γιόχαν Μοστ, υποστήριξαν την ατομικιστική αναρχική τακτική, ενώ οι αντιπρόσωποι από το Σικάγο και απ’ τις δυτικές Πολιτείες, καθοδηγούμενοι από τους Άλμπερτ Πάρσονς και Ώγκαστ Σπάιζ, υποστήριξαν κάποιο μείγμα αναρχισμού και συνδικαλισμού που τελικά έμεινε γνωστό σαν “Ιδέα του Σικάγου”.

Η παραλλαγή αυτή πλησίαζε περισσότερο τον συνδικαλισμό παρά τον αναρχισμό, στο βαθμό που αναγνώριζε το συνδικάτο σαν “εμβρυακή ομάδα” της μελλοντικής κοινωνίας και σαν μονάδα μάχης ενάντια στον καπιταλισμό. Παρόλα αυτά, τα συνδικάτα δεν επρόκειτο να αγωνιστούν για τα επιφανειακά και οπορτουνιστικά προνόμια των μεγάλων μισθών και του μικρού ωραρίου, δεν θα έμεναν ικανοποιημένα παρά μόνο με τον πλήρη αφανισμό του καπιταλισμού και τη δημιουργία της ελεύθερης κοινωνίας. Ο συνδικαλισμός, στον αγώνα του ενάντια στον καπιταλισμό, δεν θα κατέφευγε στην πολιτική δράση αλλά αντίθετα θα δυσπιστούσε απέναντι σε κάθε κεντρική εξουσία και θα διαφύλαττε κάθε προσπάθεια ενάντια στην προδοτική ηγεσία. Θα συγκέντρωνε την προσοχή του στην απευθείας δράση των μελών της βάσης. Δύο μονάχα βασικές αρχές απόμεναν για να εναρμονιστεί απόλυτα η “Ιδέα του Σικάγου” με το σύγχρονο συνδικαλισμό: η Γενική Απεργία και το Σαμποτάζ, απόψεις που εκείνη την εποχή δεν αναπτύχθηκαν θεωρητικά.

Μια και η φράξια των δυτικών Πολιτειών ήταν μεγαλύτερη απ’ όλες τις άλλες, το συνέδριο επικύρωσε τη σπουδαιότητα του συνδικαλισμού. Και η απευθείας δράση -η βία- ήταν η τακτική που θα εφαρμοζόταν. Η πλατφόρμα της Διεθνούς που δημοσιεύτηκε στο “Συναγερμό” -εφημερίδα του Σικάγου με εκδότη τον Πάρσονς- έλεγε, ανάμεσα σ’ άλλα τα εξής:
“Η σημερινή κοινωνική τάξη πραγμάτων βασίζεται στη ληστεία των μη-ιδιοκτητών από μέρους των ιδιοκτητών, οι καπιταλιστές εξαγοράζουν το μόχθο των φτωχών προσφέροντας μισθούς που αρκούν μονάχα για την επιβίωση, απορροφώντας ολόκληρη την υπεραξία... Μ’ αυτό τον τρόπο, ενώ οι φτωχοί στερούνται ολοένα και περισσότερο τις δυνατότητες εξέλιξης, οι πλούσιοι θησαυρίζουν ληστεύοντας ολοένα και περισσότερο... Το σύστημα αυτό είναι άδικο, παράλογο και καταστροφικό. Άρα εκείνοι που υποφέρουν κάτω απ’ αυτό το σύστημα και δεν θέλουν να είναι υπεύθυνοι για τη συνέχισή του πρέπει να πολεμήσουν για την καταστροφή του με όλα τα μέσα και με όλες τους τις δυνάμεις.

Οι εργάτες δεν μπορούν να ζητήσουν βοήθεια από καμιά εξωτερική πηγή στον αγώνα τους ενάντια στο τωρινό σύστημα• πρέπει να πετύχουν την απελευθέρωσή τους με τις δικές τους μόνο προσπάθειες. Μέχρι τώρα, καμιά προνομιούχα τάξη δεν παραιτήθηκε από την τυραννία, και οι σημερινοί καπιταλιστές δεν παραιτήθηκαν ποτέ από τα προνόμιά τους κι από την εξουσία τους χωρίς να εφαρμόσουν κατασταλτικά μέτρα... Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι ο αγώνας του προλεταριάτου ενάντια στη μπουρζουαζία πρέπει να έχει βίαιο χαρακτήρα, ότι οι διαμάχες που αφορούν τις διάφορες μισθολογικές αυξήσεις δεν μπορούν να οδηγήσουν στον τελικό στόχο... Σ’ αυτές τις συνθήκες, υπάρχει μονάχα μια λύση -η βία... Η αγκιτάτσια για οργάνωση, για οργανώσεις με σκοπό την εξέγερση, στην περίπτωση βέβαια που οι εργάτες θα πετάξουν τις αλυσίδες τους”.

Πρόκειται για πρόγραμμα που διακήρυττε χωρίς προσχήματα την καταστροφή της υπάρχουσας οικονομικής και πολιτικής τάξης πραγμάτων, ένα πρόγραμμα που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο.

Στο Σικάγο, χάρη στη μεγάλη ιστορία των βιαιοπραγιών της αστυνομίας, πάρα πολλοί εργάτες προσχώρησαν στη Διεθνή - τελικά η συμμετοχή της πόλης αυτής ξεπερνούσε το 1/3 των 5.000-6.000 μελών της. Οι πιο ικανοί και εύστροφοι ηγέτες της Διεθνούς στο Σικάγο ήταν ο Πάρσονς, ο Σπάιζ, ο Σάμουελ Φήλντεν και ο Μάικελ Στσουώμπ. Οι Διεθνιστές του Σικάγου έβγαζαν πέντε εφημερίδες: το “Συναγερμό”, δεκαπενθήμερη εφημερίδα στα αγγλικά με κυκλοφορία 2.000 φύλλων, την “Εργατική Εφημερίδα του Σικάγου”, ημερήσια στα γερμανικά, με εκδότη τον Σπάιζ και με κυκλοφορία 3.600 φύλλων, την “Fackel”, την “Vorbote” και την “Budoucnost” που γράφονταν στη βοημική διάλεκτο. Αυτός ο επαναστατικός πυρήνας διείσδυσε γρήγορα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Επηρεασμένο απ’ αυτόν τον πυρήνα το τοπικό Συνδικάτο Καπνεργατών, τον Ιούνιο του 1884, κάλεσε όλα τα συνδικάτα της πόλης να αποχωρήσουν από τη συντηρητική Συνασπισμένη Επαγγελματική και Εργατική Συνέλευση και να οργανώσουν ένα Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο με καθαρά αγωνιστική πολιτική.

Τέσσερα συνδικάτα γερμανών εργατών απάντησαν στο κάλεσμα -οι μεταλλουργοί, οι εργάτες των σφαγείων, οι ξυλεργάτες και οι επιπλοποιοί- και αποδέχτηκαν μια κοινή διακήρυξη αρχών: “όλη η γη αποτελεί κοινωνική κληρονομιά, ο πλούτος είναι δημιούργημα της εργασίας, δεν μπορεί να υπάρχει καμία αρμονία ανάμεσα στους εργάτες και το κεφάλαιο, κάθε εργάτης οφείλει να αποσπαστεί από τα καπιταλιστικά πολιτικά κόμματα και ν’ αφοσιωθεί στο συνδικάτο”. Από την αρχή το Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο βρισκόταν σε συνεννόηση με την ομάδα των Διεθνιστών. Άλλωστε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα εξακολουθούσε να υποστηρίζει τη Συνασπισμένη Επαγγελματική και Εργατική Συνέλευση.
Για ένα χρόνο η ανάπτυξη του νέου Κεντρικού Εργατικού Συνδικάτου ήταν μικρή, παρόλα αυτά, στο τέλος του 1885 είχαν προσχωρήσει σε αυτό 13 συνδικάτα, ενώ η Συνασπισμένη Συνέλευση διατηρούσε 19. Ύστερα από λίγους μήνες όμως, τον Απρίλιο του 1885, συμμετείχαν στο Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο 22 συνδικάτα από τα οποία τα 11 ήταν τα μεγαλύτερα στην πόλη. Διατήρησε την επαφή του με τη Διεθνή και προσχώρησε στις διαδικασίες της, συμμετέχοντας στις μαζικές συγκεντρώσεις της. Άρχισε μια έντονη αγκιτάτσια για την καθιέρωση του οκτάωρου, παρόλο που όσον αφορά τα κίνητρα διέφερε από τη συντηρητική Συνασπισμένη Συνέλευση και τους Ιππότες της Εργασίας - δεν θεωρούσε σημαντική τη μείωση της εργάσιμης ημέρας αλλά τη δημιουργία κοινού εργατικού μετώπου και την πάλη των τάξεων. Ύστερα από εισήγηση του Σπάιζ, τον Οκτώβριο του 1885, υιοθέτησε την ακόλουθη απόφαση:

“Απόφασή μας είναι να κάνουμε έκκληση στην τάξη των μισθωτών να πάρει τα όπλα για να προβάλει στους εκμεταλλευτές της το μοναδικό επιχείρημα που μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό: ΒΙΑ. Μολονότι περιμένουμε ελάχιστα από την καθιέρωση του οκτάωρου, υποσχόμαστε με πίστη να βοηθήσουμε τα αδέλφια μας που βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση σ’ αυτή την ταξική πάλη με όλα τα μέσα και τη δύναμη που διαθέτουμε, εφόσον κι αυτοί θα συνεχίσουν να διατηρούν ένα ανοιχτό και αποφασισμένο μέτωπο ενάντια στους κοινούς μας καταπιεστές, τους αριστοκράτες αλήτες και τους εκμεταλλευτές. Η πολεμική μας κραυγή είναι: “θάνατος στους εχθρούς του ανθρώπινου γένους!”

Στο Σικάγο, την πρωτοβουλία για την καθιέρωση του οκτάωρου την ανέλαβε ο Σύνδεσμος για την Καθιέρωση του Οκτάωρου, στον οποίο συμμετείχαν η Συνασπισμένη Συνέλευση, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και οι Ιππότες της Εργασίας - παρόλο που το Κεντρικό Εργατικό Συνδικάτο συνεργάστηκε ενεργητικά. Την τελευταία Κυριακή πριν από την Πρωτομαγιά οργανώθηκε μια τεράστια διαδήλωση για το οκτάωρο στην οποία πήραν μέρος 25.000 άτομα και μίλησαν οι Πάρσονς, Σπάιζ, Φήλντεν και Στσουώμπ. Όταν έφτασε η μέρα του αγώνα, τα περισσότερα μέλη της κίνησης για την καθιέρωση του οκτάωρου υποστήριξαν τα συνθήματα του Κεντρικού Εργατικού Συνδικάτου και της Διεθνούς.

Η ΜΠΟΜΠΑ ΠΕΦΤΕΙ
Η απεργία ξεκίνησε στο Σικάγο με φοβερή ορμητικότητα και με τεράστιες ελπίδες επιτυχίας. Γύρω στους 40.000 εργάτες κατέβηκαν σε απεργία την 1η Μαΐου όπως είχε κανονιστεί, και τελικά έφτασαν να απεργούν 65.000 εργάτες μέσα σε τρεις ή τέσσερις μέρες. Αλλά κι αυτός ο αριθμός δεν αντιπροσώπευε ολόκληρο το δυναμικό της πόλης: χωρίς να γίνει απεργία ικανοποιήθηκε το αίτημα για μείωση της εργάσιμης ημέρας περισσότερων από 45.000 εργατών. Επιπλέον, απεργούσαν ήδη χιλιάδες εργάτες στο Λέηκ Σωρ, στο Γουώμπας, στο Σικάγο, στο Μιλγουώκη, στο Σαιν Πωλ και σε διάφορους σταθμούς μεταφορών οι απεργοί διαμαρτύρονταν για την πρόσληψη εργατών που δεν ανήκαν στο συνδικάτο.

Αντιμετωπίζοντας ένα τέτοιο μαζικό κίνημα ο αρχηγός της αστυνομίας Έμπερσολντ κατάλαβε ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και ζήτησε να βρίσκεται σ’ επιφυλακή, το Σάββατο, 1η Μαΐου, ολόκληρη η δύναμη της αστυνομίας και των χαφιέδων του Πίνκερτον - δύναμη που ενισχύθηκε από ιδιωτικούς μπασκίνες, μισθωμένους πρώτα από την Εταιρεία Σιδηροδρόμων, καθώς και με ειδικούς χαφιέδες, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τη Μεγάλη Στρατιά του Πότομακ. Παρόλες όμως τις πολεμικές προετοιμασίες, το Σάββατο κύλησε ειρηνικά. Η πόλη είχε γιορτινή εμφάνιση με τα εκατοντάδες κλειστά εργοστάσια και τους χιλιάδες απεργούς που περιδιάβαιναν τους δρόμους οικογενειακά. Έγιναν πορείες και μαζικές συγκεντρώσεις κι ακούστηκαν λόγοι στα πολωνικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τη βοημική διάλεκτο.

Αντιμέτωποι με μιαν απεργία που παρουσίαζε απρόβλεπτη δύναμη και διάθεση αλληλεγγύης, οι μεγάλοι επιχειρηματίες και βιομήχανοι συνασπίστηκαν για να τη συντρίψουν. Στις 27 Απριλίου ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Υποδηματοποιίας στον οποίο συμμετείχαν 60 βιομήχανοι αυτοπροσώπως και 160 με γραπτή δήλωσή τους. Ο Σύνδεσμος αποσκοπούσε στο συντονισμό της δράσης των εκμεταλλευτών. Τα μεγαλύτερα χυτήρια σιδήρου, χάλυβος, χαλκού και μπρούτζου διακήρυξαν ότι θ’ αντιτάσσονταν στο αίτημα για την καθιέρωση του οκτάωρου. Το πρωί της πρωτομαγιάς συνεδρίασαν οι εκπρόσωποι των μεγάλων πλανιστηρίων για να αποφασίσουν με ποιο τρόπο θα αντιδράσουν ενάντια στους απεργούς.

Το ίδιο βράδυ πήραν μέρος σ’ αυτή τη συγκέντρωση οι ξυλέμποροι και οι εταιρείες συσκευασιών -έτσι, σύσσωμη η ξυλοβιομηχανία αποφάσισε να μην κάνει καμιά παραχώρηση στους εργάτες. Παρόλα αυτά, τη Δευτέρα 3 Μαΐου η εξάπλωση της απεργίας ήταν τρομακτική. Το ποτάμι κοντά στην ξυλεμπορική Αγορά είχε πλημμυρίσει από παρατημένη ξυλεία, ενώ έρχονταν 300 μαούνες γεμάτες φορτίο σε εκδήλωση συμπαράστασης. Οι οικοδομικές εργασίες που εκείνη την εποχή βρισκόντουσαν σε άνθιση, παρέλυσαν ξαφνικά. Τα μεγάλα χυτήρια μετάλλων και οι μεταφορικοί σταθμοί μπλοκαρίστηκαν. Για να σπάσει η απεργία ήταν πια αναγκαία μια καθαρά επιθετική ενέργεια. Τη Δευτέρα τα γκλομπ της αστυνομίας άρχισαν να διαλύουν τις πορείες και τις συγκεντρώσεις.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας έγιναν σοβαρές φασαρίες στο εργοστάσιο Μακ Γκόρμικ Χάρβεστερ. Η αντιδικία ανάμεσα στον εργοστασιάρχη Μακ Γκόρμικ και τους εργάτες χρονολογείται από τα μέσα Φεβρουαρίου όταν η επιχείρηση κήρυξε λοκ-άουτ ενάντια στους 1.400 υπαλλήλους, αντιμετωπίζοντας έτσι το αίτημά τους να σταματήσει η δίωξη ορισμένων συναδέλφων τους που είχαν απεργήσει παλιότερα. Τους επόμενους δυο μήνες οι απεργοσπάστες, οι χαφιέδες του Πίνκερτον και οι μπασκίνες έκαναν λυσσαλέες επιθέσεις εναντίον των απεργών.

Η αστυνομία εξαπέλυσε την επίθεσή της το απόγευμα της Δευτέρας, 3 Μαΐου. 6.000 απεργοί ξυλεργάτες συγκεντρώθηκαν κοντά στο Μαύρο Μονοπάτι, ένα μίλι βόρεια απ’ το εργοστάσιο Μακ Γκόρμικ, με σκοπό τη δημιουργία μιας επιτροπής που θα στελνόταν στους ξυλεμπόρους. Ενώ ο Σπάιζ μιλούσε στη συγκέντρωση, μια ομάδα 200 περίπου ατόμων αποσπάστηκε αυθόρμητα από το πλήθος των απεργών, έκανε πορεία προς το εργοστάσιο και επιτέθηκε στους απεργοσπάστες που εκείνη τη στιγμή έφευγαν για το σπίτι τους.

Μέσα σε 10-15 λεπτά πλάκωσαν οι μπάτσοι - πάνω από 200. Στο μεταξύ ο Σπάιζ και οι συγκεντρωμένοι απεργοί βλέποντας τα περιπολικά κι ακούγοντας πυροβολισμούς ξεκίνησαν για το εργοστάσιο -στο δρόμο συναντήθηκαν με τη δύναμη των γκλομπ και των όπλων- οι αστυνομικοί πυροβολούσαν ανεξέλεγκτα τους απεργούς που έτρεχαν για να ξεφύγουν. Αποτέλεσμα: τέσσερις νεκροί και πάρα πολλοί τραυματίες.

Ο Σπάιζ αγανακτισμένος από τις νέες αγριότητες της αστυνομίας πήγε βιαστικά στο τυπογραφείο της “Εργατικής Εφημερίδας του Σικάγου” και κυκλοφόρησε την ακόλουθη προκήρυξη στα αγγλικά και τα γερμανικά:

ΕΚΔΙΚΗΘΕΙΤΕ! ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΤΑ ΟΠΛΑ!!!
Τ’ αφεντικά εξαπέλυσαν τα λαγωνικά τους -την αστυνομία- και δολοφόνησαν έξι από τα αδέρφια μας σήμερα το απόγευμα στη φάμπρικα του Μακ Γκόρμικ. Σκότωσαν τ’ άμοιρα αδέρφια μας γιατί όπως και σεις είχαν το κουράγιο να μην υπακούσουν στην ανώτατη θέληση των αφεντικών σας. Τους σκότωσαν γιατί τόλμησαν ν’ απαιτήσουν τη μείωση των ωρών σκλαβιάς. Τους σκότωσαν για να αποδείξουν σε σας τους “Ελεύθερους Αμερικανούς Πολίτες” ότι πρέπει να είσαστε ικανοποιημένοι με οτιδήποτε αποφασίσουν να σας επιτρέψουν αλλιώς θα πεθάνετε!

Εδώ και χρόνια υφίστασθε τις πιο χυδαίες ταπεινώσεις, εδώ και χρόνια υποφέρετε αμέτρητα πλήγματα, αμέτρητες αδικίες, εργαζόσαστε μέχρι αναισθησίας, υποφέρετε από τους πόνους της ένδειας και της πείνας• τα παιδιά σας τα θυσιάσατε στον αφέντη της φάμπρικας - με λίγα λόγια όλα αυτά τα χρόνια ήσασταν δυστυχισμένοι και υπάκουοι σκλάβοι. Γιατί; Για να ικανοποιήσετε την αδηφάγα φάρα, για να γεμίσετε τα χρηματοκιβώτια του κοπρίτη, κλέφτη αφέντη σας; Όταν τώρα του ζητάτε να σας ελαφρώσει το φορτίο σας, στέλνει τα λαγωνικά του για να σας πυροβολήσουν, να σας σκοτώσουν!

Αν είσαστε άντρες, αν είσαστε τέκνα των πατεράδων σας που έχυσαν το αίμα τους για να σας ελευθερώσουν, τότε θα σηκώσετε τ’ ανάστημά σας, θα δείξετε τη δύναμή σας και θα καταστρέψετε εσείς το απαίσιο τέρας που θέλει να σας καταστρέψει. Στα όπλα, σας καλούμε στα όπλα!

Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΣΑΣ

Το επόμενο βράδυ μια δεύτερη προκήρυξη καλούσε σε μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Παλιά Αγορά της οδού Ράντολφ.

Το πρωί της Τρίτης, 4 Μαΐου, ξημέρωσε με την αστυνομία να επιτίθεται ενάντια σε 3.000 απεργούς κοντά στην 35η οδό. Οι επιθέσεις κατά των συγκεντρωμένων απεργών συνεχίστηκαν και το απόγευμα, ειδικά στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης. Ο δήμαρχος Χάρρισον έδωσε άδεια για μαζική συγκέντρωση εκείνη τη βραδιά και στις 7 η ώρα ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται στην Πλατεία Αγοράς, το κέντρο των ξυλεμπορικών. Μεταξύ 8 και 9 η ώρα είχαν εμφανιστεί περίπου 3.000 άτομα, ανάμεσά τους και ο δήμαρχος Χάρρισον που παρακολουθούσε σαν θεατής για να μην διασαλευτεί η τάξη. Στο αστυνομικό τμήμα της οδού Ντεμπλαίν, μισό τετράγωνο απόσταση από τη συγκέντρωση, ένα αρκετά μεγάλο σώμα αστυνομικών βρισκόταν σ’ ετοιμότητα.

Η συγκέντρωση ήταν πολύ ήσυχη. Ο Σπάιζ μίλησε στους απεργούς από ένα αμάξι μπροστά στο εργοστάσιο των αδερφών Κραίην. Ύστερα μίλησε ο Πάρσονς που περιορίστηκε στο θέμα του οκταώρου. Ύστερα μίλησε ο Φήλντεν. Γύρω στις 10 μια δυνατή καταιγίδα άρχισε να διαλύει τη συγκέντρωση, ενώ εκείνη την ώρα ο Σπάιζ και ο Πάρσονς είχαν φύγει. Ο μόνος που είχε μείνει ήταν ο Φήλντεν που μιλούσε στον κόσμο που ήταν ακόμα εκεί. Ο δήμαρχος Χάρρισον που είχε κρίνει ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική και ότι όλα είχαν τελειώσει, έφυγε λίγο μετά τις 10, κάλεσε το αστυνομικό τμήμα για να δώσει αναφορά και μετά πήγε να κοιμηθεί στο σπιτάκι του.

Ύστερα από λίγα λεπτά, ο διευθυντής της αστυνομίας, Τζων Μπόνφηλντ, μισητός σ’ όλη την πόλη για την κτηνωδία του, μπήκε επικεφαλής ενός αποσπάσματος 180 μπάτσων για να διαλύσει όσους είχαν απομείνει από τη συγκέντρωση. Η ενέργεια αυτή δεν είχε κανένα νόημα πέρα από το ότι ο Μπόνφηλντ ήθελε να προκαλέσει άλλο ένα μακελειό. Σύμφωνα με τον κυβερνήτη της Πολιτείας, Ώλντγκενλντ, “ο επιθεωρητής Μπόνφηλντ είναι ο πραγματικός υπεύθυνος για το θάνατο των αστυνομικών”. Οι μπάτσοι κρατήθηκαν σε κάποια απόσταση από το αμάξι των ομιλητών και ένας λοχαγός Γουώρντ διέταξε τους συγκεντρωμένους να διαλυθούν. Ο Φήλντεν απάντησε ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική.

Καθώς ο Γουώρντ στράφηκε για να δώσει διαταγή στους άντρες του μια βόμβα έπεσε από ένα σημείο στο πεζοδρόμιο λίγο πιο αριστερά από το αμάξι. Η έκρηξη έγινε εκεί που στέκονταν οι μπάτσοι και τραυμάτισε 66. Απ’ αυτούς οι επτά πέθαναν αργότερα. Η αστυνομία άρχισε αμέσως να πυροβολεί υστερικά το πλήθος, σκοτώνοντας αρκετούς και τραυματίζοντας 200. Πανικός ξέσπασε στη γειτονιά. Έγιναν τηλεφωνήματα σε γιατρούς. Τα φαρμακεία γέμισαν τραυματίες.

Μέχρι και σήμερα ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί ποιος έριξε τη βόμβα. Υπάρχουν τρεις πιθανότητες:

1) ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ υποστήριζε στο απαλλακτικό διάγγελμά του το 1893 ότι ρίχτηκε από κάποιον σαν αντίποινα για όλες τις βιαιότητες του Μπόνφηλντ και της αστυνομίας. “...Αποδεικνύεται ότι κατά πάσα πιθανότητα η βόμβα ρίχτηκε από κάποιον που ζητούσε προσωπική εκδίκηση, ότι οι αρχές ακολούθησαν μια τακτική που ήταν φυσικό να προκαλέσει όλα όσα προκάλεσε, ότι αρκετά χρόνια πριν από το επεισόδιο της Παλιάς Αγοράς δεν είχαν σημειωθεί εργατικές ταραχές και ότι σε αρκετές περιπτώσεις πολλοί εργάτες που δεν ήταν ένοχοι καμιάς κατηγορίας είχαν δολοφονηθεί, και κανένας από τους δολοφόνους δεν πέρασε από δικαστήριο.

Οι μαρτυρίες που δόθηκαν στους ανακριτές και εκτέθηκαν εδώ αποδεικνύουν ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις πυροβολήθηκαν άτομα και σκοτώθηκαν καθώς έτρεχαν, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να πυροβοληθούν• παρόλα αυτά δεν κατηγορήθηκε κανείς. Στο Σικάγο έγιναν πολλές απεργίες κατά τις οποίες η αστυνομία όχι μόνο επιτέθηκε ενάντια στους ανθρώπους, αλλά και χωρίς καμιά νομική δικαιοδοσία εισέβαλε και διέσπασε ειρηνικές συγκεντρώσεις• σε πολλές περιπτώσεις που δεν ήταν ένοχοι στο παραμικρό”.

2) Η πιθανότητα ενός προβοκάτορα δεν πρέπει να απορριφθεί εντελώς. Η αστυνομία του Σικάγου εκείνη την εποχή ήταν ικανή για κάτι τέτοιο. Το πρωί μετά την έκρηξη της βόμβας ο επιθεωρητής Μπόνφηλντ έκανε την εξής ανακοίνωση:

“Θα λάβωμεν δραστικά μέτρα διά την σύλληψιν των ηγετών της υποθέσεως αυτής. Η ενέργεια της χθεσινής νυκτός θα αποδείξει ότι η βομβιστική και δυναμιτιστική φρασεολογία δεν ήτο απλή πομφόλυξ... Η επίθεσις εναντίον ημών ήτο κτηνώδης και θρασύδειλος”. (Η υπογράμμιση έγινε από τον ίδιο τον Μπόνφηλντ).

Η υπογραμμισμένη πρόταση ίσως υποδηλώνει μια παλιά πρόθεσή του να αποδείξει ότι η “δυναμιτιστική φρασεολογία” δεν ήταν “απλή πομφόλυξ”.

3) Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ήταν ένοχος ο αναρχικός Ρ. Στσνάουμπελτ, γαμπρός του Μ. Στσουώμπ. Το γεγονός ότι συνελήφθηκε δύο φορές και αφέθηκε ελεύθερος σε περίοδο που η αστυνομία συνελάμβανε και φυλάκιζε όλους τους αναρχικούς και συμπαθούντες που μπορούσε να αρπάξει, δημιουργεί την υποψία ή μάλλον τη βεβαιότητα ότι η αστυνομία ήθελε να τον ξεμπερδέψει για να μπορέσει να καταδικάσει τους οκτώ σημαντικότερους επαναστάτες ηγέτες.

Ο δικαστής Γκάρυ που αναθεώρησε την υπόθεση επτά χρόνια μετά την πρώτη δίκη παραδέχτηκε πως ήταν πολύ πιθανή η ενοχή του Στσνάουμπελτ και πως η απαλλαγή του μπορεί να έγινε όταν ακριβώς ήταν ο σημαντικότερος ύποπτος. Ο Γκάρυ συμπέρανε, παρόλα αυτά, ότι “ή ο Στσνάουμπελτ ή κάποιος άλλος πέταξε τη βόμβα, πράγμα που δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία”.

Οι εφημερίδες, όχι μόνο στο Σικάγο, αλλά και παντού, άρχισαν να σπέρνουν τον πανικό. Απαίτησαν την εκτέλεση όλων των ανατρεπτικών στοιχείων. Μέσα σε λίγες μέρες η αστυνομία συνέλαβε τους κυριότερους αναρχικούς επαναστάτες της πόλης - τους Σπάιζ, Φήλντεν, Στσουώμπ, Άντολφ Φίσερ, Τζωρτζ Ένγκελ, Λούις Λινγκ, Όσκαρ Νημπ και άλλους, ακόμα και τους 25 τυπογράφους της “Εργατικής Εφημερίδας”. Ο μόνος που διέφυγε ήταν ο Πάρσονς που η αστυνομία δεν μπορούσε να τον συλλάβει παρά το φοβερό κυνηγητό. Όταν ανακοινώθηκε ο θάνατος του μπάτσου Μ. Τζ. Ντήγκαν οι εφημερίδες απαίτησαν κραυγαλέα βιαστικές δίκες στο κακουργιοδικείο.

Για αρκετές βδομάδες αναζωπύρωναν το αίσθημα τρομοκρατίας που επικρατούσε στο κοινό. Οι τίτλοι τους ήταν χαρακτηριστικοί: Αιμοδιψή κτήνη, Ερυθροί ρουφιάνοι, Ερυθροί ταραξίες, Κατασκευαστές βομβών, Ερυθροί αγκιτάτορες, Αναρχικοί δυναμιτιστές, Αιμοδιψή τέρατα, Εκσφενδονιστές βομβών, Βομβολάτρες. Η εφημερίδα Chicago Tribune έγραφε στις 6 Μαΐου: “Τα φίδια αυτά θράφηκαν και αναζωογονήθηκαν με τη λιακάδα της ανοχής και πήραν θάρρος να επιτεθούν ενάντια στην κοινωνία, το νόμο, την τάξη και την κυβέρνηση”. Και η Chicago Herald της ίδιας ημέρας: “Ο όχλος που παρακινήθηκε από τον Σπάιζ και τον Φήλντεν σε δολοφονίες δεν αποτελείται από αμερικανούς. Είναι καθάρματα από την Ευρώπη που ζήτησαν καταφύγιο σ’ αυτές τις ακτές για να καταχραστούν τη φιλοξενία μας και να περιφρονήσουν τις αρχές της χώρας”.

Η Chicago Interocean: “Για μήνες, για χρόνια, αυτά τα μικροπρεπή υποκείμενα διαλαλούσαν τα στασιαστικά κι επικίνδυνα δόγματά τους”. Η Chicago Journal της 7ης Μαΐου: “Η Δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι πολύ αυστηρή όταν θα περιλάβει τους κρατούμενους αναρχικούς. Οι νόμοι που αφορούν τη συνενοχή σ’ εγκλήματα είναι τόσο σαφείς ώστε οι δίκες τους δεν θα πρέπει να κρατήσουν πολύ”.

Η τροφοδότηση της υστερίας του κοινού κατάντησε να είναι πρωταρχική δραστηριότητα της αστυνομίας. Ύστερα από τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξής του, ο αρχηγός της αστυνομίας, Έμπερσολντ, παραδέχτηκε: “Ήτο τακτική μου να κατευνάσω τα πνεύματα όσο το δυνατόν ταχύτερον μετά την 4ην Μαΐου 1886. Η γενική αναταραχή ήτο εις βάρος της πόλεως του Σικάγου. Άλλωστε ο λοχαγός Στσάακ επεζητούσε την αναταραχήν. Ήθελε να ανεύρη βόμβας πανταχόθεν... Μετά την διάλυσιν των αναρχικών ομάδων, ο Στσάακ ήθελε να εξαπολύσει τους άνδρας του διά να οργανώσουν εκ νέου τας διαλελυμένας ομάδας”. Η αστυνομία πήρε στα χέρια της τους καταλόγους συνδρομητών της “Εργατικής Εφημερίδας” και άρχισε μαζικές εφόδους.

Στις αίθουσες συγκεντρώσεων, στα τυπογραφεία, στα σπίτια γινόντουσαν διαρρήξεις και έρευνες• συνελάμβαναν και φυλάκιζαν οποιονδήποτε είχε έστω και ελάχιστη σχέση με το ριζοσπαστικό κίνημα. Η αστυνομία φρόντιζε οι επιδρομές της να έχουν αποτελέσματα. Κάθε μέρα ανακάλυπταν πυρομαχικά, καραμπίνες, μαχαίρια, ντουφέκια, πιστόλια, ξιφολόγχες, αναρχικά φυλλάδια, κόκκινες σημαίες, ανατρεπτικά πανό, φυσίγγια, εγχειρίδια, σφαίρες, μολύβι, υλικά για την κατασκευή τορπιλών, κάλυκες σφαιρών, δυναμίτη, βόμβες, οβίδες, καψούλια, μηχανήματα, ψεύτικες πόρτες για κρύπτες, υπόγειες γαλαρίες σκοποβολής. Κάθε εύρημα της αστυνομίας διατυμπανιζόταν από τις εφημερίδες.

Απλώθηκε η φήμη ότι ο “Μοστ” θα ερχόταν από τη Νέα Υόρκη, προφανώς για να κλιμακώσει το κύμα δολοφονιών, οπότε η αστυνομία παρέταξε επιδεικτικά έξω από το σταθμό τους χαφιέδες της. Μαζεύτηκε πλήθος για να υποδεχτεί τον επικίνδυνο επισκέπτη, ο Μοστ όμως δεν φάνηκε. Η κατάλληλη ατμόσφαιρα για τη δίκη είχε προετοιμαστεί προσεκτικά.

“ΑΦΗΣΤΕ Ν’ ΑΚΟΥΣΤΕΙ Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ”

Όταν συνεδρίασε το κακουργιοδικείο, στα μέσα Μαΐου, κατηγόρησε τους Ώγκαστ Σπάιζ, Μάικελ Στσουώμπ, Σάμουελ Φήλντεν, Άλμπερτ Πάρσονς, Άντολφ Φίσερ, Τζωρτζ Ένγκελ, Λούις Λινγκ και Όσκαρ Νημπ, όλοι τους βασικά μέλη της Διεθνούς, σαν υπεύθυνους για τη “δολοφονία” του Ματίας Τζ. Ντήγκαν στις 4 Μαΐου. Η δίκη ορίστηκε για τις 21 Ιουνίου στο δικαστήριο του Κουκ Κάουντυ με δικαστή τον Τζόζεφ Γκάρυ. Δημόσιος κατήγορος ήταν ο πολιτειακός εισαγγελέας Τζ. Γκρίνελ. Οι κατηγορούμενοι όρισαν 4 συνήγορους.

Η δίκη άρχισε ενώ η αστυνομία έκανε τις συγκλονιστικές της αποκαλύψεις, οι εφημερίδες αράδιαζαν μυθιστορίες για αναρχικές συνωμοσίες που αποσκοπούσαν σε μαζικές δολοφονίες και το κοινό ούρλιαζε απαιτώντας γρήγορα την εκτέλεση των κατηγορούμενων. Στην αρχή της προανάκρισης ο Πάρσονς που είχε διαφύγει τη σύλληψη για έξι βδομάδες, βάδισε μέσα στο δικαστήριο και παραδόθηκε για να δικαστεί, συναντώντας τους συντρόφους του στο εδώλιο των κατηγορουμένων.

Από κείνη τη στιγμή δύο γεγονότα απέδειξαν ότι η δίκη δεν ήταν ούτε κατά προσέγγιση δίκαιη. Πρώτον, ο δικαστής Γκάρυ ανάγκασε και τους οκτώ κατηγορούμενους να δικαστούν μαζί, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο παραδοχής όλων των ειδών αποδεικτικών στοιχείων. Δεύτερον, χάρη σ’ ένα απίθανο τέχνασμα οι ένορκοι δεν διαλέχτηκαν με το συνηθισμένο τρόπο της τυχαίας κλήρωσης, αλλά αντίθετα από ένα κλητήρα διορισμένο από τον πολιτειακό εισαγγελέα. Ένας επιχειρηματίας του Σικάγου, ο Ο. Σ. Φαίηβορ, στην ένορκη κατάθεσή του δήλωσε ότι ο κλητήρας του είχε πει μπροστά σε μάρτυρες:

“Εγώ χειρίζομαι αυτή την υπόθεση και ξέρω τι πρέπει να κάνω. Τα άτομα αυτά θα κρεμαστούν σίγουρα. Διαλέγω αυτούς ακριβώς τους ενόρκους γιατί οι κατηγορούμενοι θα τους απορρίψουν ασυζητητί και τελικά θα χάσουν τον καιρό τους και τις ενστάσεις τους. Θ’ αναγκαστούν να τους δεχτούν απλώς γιατί τους θέλει ο δημόσιος κατήγορος”. Ο δικαστής με πολύ έξυπνες ερωτήσεις κατάφερε να θεωρηθούν κατάλληλοι ένορκοι πολλοί που είχαν παραδεχτεί ανοιχτά τις προκαταλήψεις τους απέναντι στους κατηγορούμενους και οι οποίοι απορρίπτονταν εντελώς από την υπεράσπιση. Χρειάστηκαν 21 μέρες για να διαλεχτούν οι ένορκοι και εξετάστηκαν 981 υποψήφιοι. Τελικά η υπεράσπιση εξάντλησε το δικαίωμα ένστασης και έτσι διαλέχτηκαν οι 12 ένορκοι που ανάμεσά τους ήταν κι ένας συγγενής θύματος από τη βόμβα.

Η εισηγητική ομιλία του πολιτειακού εισαγγελέα Γκρίνελ μετά την παρουσίαση των στοιχείων έγινε στις 14 Ιουλίου και διαβεβαίωσε τους ενόρκους ότι θα εμφανιζόταν ο άνθρωπος που είχε ρίξει τη βόμβα. Πράγμα βέβαια που ήταν αδύνατον. Παρόλα αυτά έγινε προσπάθεια να στηριχτεί η κατηγορία στη μαρτυρία δύο υποτιθέμενων αναρχικών που μηρύκασαν τα “επίσημα” στοιχεία, παρουσιάζοντας κάποια ιστορία για την ύπαρξη τρομοκρατικής συνωμοσίας σύμφωνα με τα οποία θα ανατινάζονταν με δυναμίτη όλα τα αστυνομικά τμήματα, ένα κάθε φορά που θα εμφανιζόταν η γερμανική λέξη Rhue στην “Εργατική Εφημερίδα”.

Η μαρτυρία των δύο αυτών ατόμων σαρώθηκε εντελώς από την υπεράσπιση. Όταν λοιπόν ξεφούσκωσε κι αυτό το μπαλόνι αποκαλύφθηκαν άλλα παράξενα στοιχεία. Ένας άλλος μάρτυρας, ο Γκίλμερ, που αποδείχτηκε επαγγελματίας ψευδομάρτυρας, ορκίστηκε ότι είχε δει ένα αντικείμενο που έμοιαζε με βόμβα ανάμεσα στους Σπάιζ, Στσουώμπ και Στσνάουμπελτ και ότι είχε παρατηρήσει αυτό τον τελευταίο να ρίχνει τη βόμβα ενάντια στους αστυνομικούς. Επιπλέον, πάρα πολλοί αστυνομικοί προσπάθησαν να αποδείξουν ότι ο Φήλντεν τους είχε πυροβολήσει πίσω από το αμάξι των ομιλητών, οι ισχυρισμοί τους όμως αποδείχτηκαν αβάσιμοι...

Παρά τη δημιουργία συναισθηματικής ομίχλης γύρω από τα γεγονότα, το Κράτος, όπως παρατήρησε ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ δεν κατάφερε ποτέ να ανακαλύψει ποιος έριξε τη βόμβα. Δεν μπόρεσε επίσης να αποδείξει την ύπαρξη κάποιας συγκεκριμένης συνωμοσίας από μέρους των κατηγορουμένων.

Με την εξέλιξη της υπόθεσης, οι οκτώ κατηγορούμενοι κατέληξαν να δικάζονται για τις ιδέες τους, παρόλο που δεν επέτρεψαν στην υπεράσπιση να παρουσιάσει μαρτυρίες σχετικές με τη θεωρία του αναρχισμού. Βασιζόμενος στο γεγονός ότι οι γενικές αρχές των αναρχικών αποτελούσαν προτροπή για την καταστροφή όλων των καπιταλιστών, ο δικαστής Γκάρυ επέτρεψε στον δημόσιο κατήγορο να συμπεράνει την ύπαρξη συγκεκριμένης συνωμοσίας. Οι ένορκοι αιφνιδιάστηκαν με αποσπάσματα από διάφορα εμπρηστικά άρθρα της εφημερίδας “Συναγερμός” και της “Εργατικής Εφημερίδας”.

Η αστυνομία επέδειξε στους ενόρκους μια σειρά δεματιών δυναμίτη και διάφορες βόμβες με καταχθόνιους μηχανισμούς, παρόλο που τα πιο πολλά απ’ αυτά τα “στοιχεία” είχαν βρεθεί σε μίλια απόσταση από το σημείο της έκρηξης και ύστερα από βδομάδες ολόκληρες. Το θέαμα των εκθεμάτων προκάλεσε το επιθυμητό αποτέλεσμα: προξένησε τρόμο. Η υπεράσπιση εναντιώθηκε στην παρουσίαση άσχετων στοιχείων που αποσκοπούσαν στην πρόκληση εχθρικών συναισθημάτων αλλά το δικαστήριο απέρριψε όλες τις ενστάσεις της. Ο δικαστής Γκάρυ αποκάλυψε έτσι την προκατάληψή του, όπως παραδέχτηκε αργότερα ο κυβερνήτης Ώλντγκελντ.

Η συνοπτική διαδικασία μπροστά στους ενόρκους άρχισε στις 14 Αυγούστου. Έληξε με την αγόρευση του πολιτειακού εισαγγελέα Γκρίνελ: “Δικάζεται ο Νόμος. Δικάζεται η Αναρχία. Οι άνθρωποι αυτοί διαλέχτηκαν από τους ενόρκους και θεωρήθηκαν ένοχοι γιατί ήταν ηγέτες. Δεν είναι περισσότερο ένοχοι απ’ ότι οι χιλιάδες που τους ακολουθούν. Κύριοι ένορκοι, καταδικάστε τους, κάντε τους παράδειγμα προς αποφυγήν, κρεμάστε τους και θα σώσετε τους θεσμούς μας, την κοινωνία μας”.

Όπως είχε προβλεφθεί οι ένορκοι ανακοίνωσαν την απόφασή τους στις 20 Αυγούστου: τους χαρακτήρισαν όλους ένοχους και επέβαλαν την ποινή του απαγχονισμού στους επτά κατηγορούμενους, ενώ στον Όσκαρ Νημπ επέβαλαν φυλάκιση 15 χρόνων. Η υπεράσπιση έκανε έφεση για νέα δίκη τον Σεπτέμβριο. Η έφεση απορρίφθηκε και οι καταδικασμένοι κλήθηκαν να απολογηθούν. Οι απολογίες τους ήταν λεπτομερειακές, κράτησαν τρεις μέρες και απευθύνονταν όχι μόνo στο δικαστήριο αλλά και στους εργάτες όπου κι αν βρίσκονταν.
Ύστερα από μια μεγάλη ανάλυση των απόψεών του ο Σπάιζ είπε: “Λοιπόν, αυτές είναι οι ιδέες μου. Αποτελούν μέρος του εαυτού μου, δεν μπορώ να τις αποχωριστώ και δεν θα το έκανα ακόμα κι αν μπορούσα. Κι αν νομίζετε ότι μπορείτε να συντρίψετε αυτές τις ιδέες που κερδίζουν έδαφος κάθε μέρα και περισσότερο, αν νομίζετε ότι μπορείτε να τις στείλετε στην κρεμάλα -αν επιβάλλετε άλλη μια φορά τη θανατική ποινή σε άτομα που τόλμησαν να πουν την αλήθεια - και σας προκαλώ να μας αποδείξετε σε ποιο σημείο είπαμε ψέματα - σας λέω ότι αν ο θάνατος είναι η ποινή γιατί διακηρύχτηκε η αλήθεια, τότε θα πληρώσω το ακριβό τίμημα με περηφάνια και τόλμη! Φωνάξτε το δήμιό σας!”

Ο Τζωρτζ Ένγκελ είπε: “Μισώ και πολεμάω όχι τον καπιταλιστή σαν άτομο, αλλά το σύστημα που του δίνει τα προνόμιά του. Η μεγαλύτερή μου επιθυμία θα ήταν να μπορέσουν να αναγνωρίσουν οι εργάτες ποιοι είναι οι φίλοι τους και ποιοι οι εχθροί τους”.

Και με το θάρρος που είχε δείξει κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Λινγκ που ήταν τότε μόνο 21 χρονών, είπε:
“Επαναλαμβάνω ότι είμαι εχθρός της τάξης που επικρατεί σήμερα και επαναλαμβάνω ότι θα την πολεμήσω με όλες μου τις δυνάμεις, όσο μπορώ ακόμα να ανασαίνω... Σας απεχθάνομαι! Απεχθάνομαι την τάξη σας, τους νόμους σας, την εξουσία σας που στηρίζεται στη βία. Κρεμάστε με γι’ αυτό!”

Η εκτέλεση της καταδίκης αναβλήθηκε μια και η υπόθεση παρουσιαζόταν στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ιλλινόις. Αφού εξετάστηκε για αρκετούς μήνες και παρά το γεγονός ότι η δίκη έβριθε σφαλμάτων νομικής φύσης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του κατώτερου δικαστήριου το Σεπτέμβριο του 1887. Όλες οι εργατικές οργανώσεις παντού, εκτός από τους Ιππότες της Εργασίας, ζήτησαν χάρη για τους καταδικασμένους αναρχικούς. Τις τελευταίες μέρες ο Φήλντεν και ο Στσουώμπ έκαναν αίτηση για χάρη και ζήτησαν μετατροπή της ποινής. Οι άλλοι απαίτησαν Ελευθερία ή θάνατο. Ο κυβερνήτης Όγκσλμπυ μετέτρεψε την ποινή του Φήλντεν και του Στσουώμπ σε ισόβια και έτσι μεταφέρθηκαν στις κρατικές φυλακές του Τζόλιετ μαζί με τον Νημπ. Ο Λινγκ απέφυγε το ικρίωμα την προηγούμενη της εκτέλεσης πυροδοτώντας ένα τσιγάρο με δυναμίτη μέσα στο στόμα του. Οι υπόλοιποι τέσσερις κρεμάστηκαν στις 11 Νοεμβρίου 1887.

“Οι θηλιές στήθηκαν γρήγορα, οι κουκούλες κατέβηκαν. Τότε κάτω από τα καλύμματα ακούστηκαν τα εξής:

ΣΠΑΪΖ: Θάρθει μια εποχή που η σιωπή του τάφου μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα.

ΕΝΓΚΕΛ και ΦΙΣΕΡ: Ζήτω η Αναρχία! Αυτή είναι η ευτυχέστερη στιγμή της ζωής μου!

ΠΑΡΣΟΝΣ: Ω, άνθρωποι της Αμερικής, θα μου δώσετε την άδεια να μιλήσω; Αφήστε με να μιλήσω Σερίφη Μαίητσον. Αφήστε να ακουστεί η φωνή του λαού, Ω!”.

Ύστερα από χρόνια, μετά από αναθεώρηση της δίκης, οι Φήλντεν, Στσουώμπ και Νημπ απαλλάχτηκαν της κατηγορίας και απελευθερώθηκαν.

(Η μπροσούρα του Σ. Γιελέν 1886: Η ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ, εκδόθηκε τον Απρίλη του 2001, σε 2 χιλ. αντίτυπα, από το περιοδικό ORA NIHIL, στα πλαίσια της σειράς των μικρών εκδόσεων γνωριμίας με τις απαρχές και την ιστορία του αναρχισμού. Για επικοινωνία: Τ.Θ. 31421 Τ.Κ. 100 35 Αθήνα).

9 Μάη 1936 - Θεσσαλονίκη


Τα αιματηρά γεγονότα του Μάη του 1936 στην Θεσσαλονίκη ξέσπασαν αυθόρμητα, με αφορμή την απεργία του καπνεργοστασίου «Κομέρσιας». Οι εργάτες είχαν υποβάλει τα αιτήματά τους στον εργοδότη και όταν αυτός τα απέρριψε, κατέλαβαν το εργοστάσιο, κλείστηκαν μέσα σε αυτό και με πανό και μαύρες σημαίες στα παράθυρα ζητούσαν συμπαράσταση των άλλων εργοστασίων. Σε λίγες μέρες κηρύσσεται παν – καπνεργατική απεργία κι από τις δύο συνομοσπονδίες και σωματεία, των συντηρητικών από τη μια και της Ενωτικής – που επηρέαζε το ΚΚΕ – από την άλλη.

Ήταν ακόμα η εποχή που η πολιτική του σταλινισμού ήταν υπέρ της γενίκευσης των απεργιών. Όταν η απεργία άρχισε να επεκτείνεται μέσα στους άλλους κλάδους, παίρνοντας γενικότερο χαρακτήρα, οι σταλινικοί που είχαν την πλειοψηφία, δίνουν εντολή να μετατραπούν οι διοικήσεις των σωματίων σε απεργιακές επιτροπές, οι δε γραμματείς τους να αποτελέσουν την Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή. Και αυτό δίχως να προηγηθούν συνελεύσεις των σωματείων για να εκλέξουν οι ίδιοι οι εργάτες απεργιακές επιτροπές. Δεν έγινε καμία γενική συγκέντρωση, αλλά σε διάφορες συγκεντρώσεις σε σημεία της πόλης, ομιλητές από πρόχειρα βήματα μιλούσαν στο λαό. Σε μια τέτοια συγκέντρωση κοντά στην διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου, οι χωροφύλακες του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος – που βρισκόταν στην Εγνατία απέναντι από τα λουτρά «Παράδεισος» στην πλατεία Αριστοτέλους – πυροβόλησαν χωρίς λόγο πάνω στους συγκεντρωμένους εργάτες και σκότωσαν 7 – 8. Κατόπιν πυροβολούν και σε άλλα σημεία, προσπαθώντας να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους, σκοτώνοντας και άλλους, ανάμεσα σ’ αυτούς και γυναίκες. Οι σκοτωμένοι ήταν τελικά πάνω από 12 και οι τραυματίες πάνω από 300.


Κοντά στην Εγνατία δολογονήθηκε ο Τάσος Τούσης.
Οι σύντροφοί του τον τοποθετούν σε μία πόρτα.

Αυτή η σφαγή προκαλεί την αγανάκτηση και εξέγερση των εργατών. Το τι έγινε είναι απερίγραπτο. Να κτυπούν οι καμπάνες πολλών εκκλησιών του Αγ. Δημητρίου καλώντας τον κόσμο σε εξέγερση, να γεμίζουν οι δρόμοι από αγανακτισμένες μάζες από τις διάφορες συνοικίες, άνδρες και γυναικόπαιδα με άγριες διαθέσεις να λυντσάρουν χωροφύλακες με πέτρες, να φωνάζουν «κάτω οι δολοφόνοι», άλλοι πάλι να θέλουν να βάλουν φωτιά στα τμήματα στα οποία οι δολοφόνοι αναγκάσθηκαν να κλειστούν μέσα και κάτω από το κτίριο του Διοικητηρίου στο υπόγειο, άλλοι εργάτες ζητούσαν όπλα κι αυτοί να καταγγέλλονται σαν προβοκάτορες από τους σταλινικούς. Οι σταλινικοί που ήταν πριν υπέρ της γενίκευσης των απεργιών τώρα προσπαθούν να συγκρατήσουν τις εξεγερμένες μάζες για να μην κάμουν έκτροπα (εδώ πρέπει να σημειώσω όταν ο γραφών μιλούσε στην οδό Εγνατίας και Βενιζέλου γωνία, ανεβασμένος σ’ ένα περίπτερο σε ογκώδη συγκέντρωση, ο σταλινικός κούτβης Σολομών Κοέν, στέλεχος του ΚΚΕ, διέδιδε στους συγκεντρωμένους πως εγώ που μιλάω πάνω στο περίπτερο, ήμουν χαφιές, Τότες μια ομάδα από νέους τσαγκαράδες που με γνώριζαν καλά του είπαν να ντρέπεται λιγάκι για την συκοφάντηση που έκαμε γιατί αν τον έπιαναν, του είπαν, οι εργάτες που δεν τον ξέρουν στην αγανάκτησή τους θα τον ξέσκιζαν – ας σημειωθεί πως η ομάδα αυτή των νέων ήταν σταλινικοί της κομματικής νεολαίας, κι ακόμη του είπαν πως εγώ δεν είμαι δικός τους αλλά ένας τίμιος εργάτης. Τα παιδιά ήρθαν και μου το είπαν για να προσέχω – αυτός έφυγε, όπως όμως αποκαλύφθηκε αργότερα με τη δικτατορία του Μεταξά, είχε παραδώσει στην ασφάλεια τους περισσότερους σταλινικούς ισραηλίτες και έλληνες στη Θεσσαλονίκη, όπως φαίνεται από χρόνια δούλευε για λογαριασμό της ασφάλειας μέσα στο ΚΚΕ, γιατί κάποτε όταν ακόμη ήταν ο Στίνας στο ΚΚΕ και υπεύθυνος της περιφερειακής Μακεδονίας Θράκης αυτός ο κούτβης Σολομών Κοέν του είχε προτείνει του Στίνα να κάμει μια φράξια μέσα στην ασφάλεια που γνώριζε όπως έλεγε ορισμένους «καλούς» για λογαριασμό του Κόμματος, για να μαθαίνουν τις κινήσεις της ασφάλειας, αλλά όπως απεδείχθη η ασφάλεια είχε γερή φράξια μέσα στο ΚΚΕ με αυτόν τον Σολομών Κοέν, τον Λιθοξόπουλο, τον Μελίκογλου κλπ.


Η εικόνα με τον θρήνο της μάνας του είναι η πιο γνωστή εικόνα της εξέγερσης.

Αλλά οι μάζες είναι τώρα κυρίαρχες στους δρόμους και τότες δίνεται η εντολή να επέμβει ο στρατός. Ο στρατός όμως από την πρώτη στιγμή δείχνει φιλικές διαθέσεις και συμπάθεια στους εργάτες, οι οποίοι χειροκροτούν τους στρατιώτες και τους αγκαλιάζουν. Ο στρατός είναι στην ουσία με το μέρος των εργαζομένων. Συναδελφώνονται σχεδόν με το πλήθος και αυτό το βλέπουν οι ανώτεροί τους, Τότες κάνουν την εμφάνισή τους σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής (ΚΑΕ) οι βενιζελικοί βουλευτές της Θεσσαλονίκης, Ζάνας και Μαυροκορδάτος, δήθεν για μεσολάβηση. Στην αρχή ζητούσαν να λυθεί η απεργία στα νοσηλευτικά ιδρύματα (βλέπεις τους πήρε ο πόνος τους ανθρώπους του ιδιώνυμου, τα κοπέλια του Βενιζέλου), να παρασχεθεί σ’ αυτά τροφοδοσία κλπ. Αλλά κατόπιν άρχισαν να επεμβαίνουν γενικότερα στο ζήτημα της απεργίας. Από τα μέλη της ΚΑΕ μόνο ο Π.Β., γραμματέας τότες των υφαντουργών αντέδρασε στις επεμβάσεις των Βενιζελικών βουλευτών. Όταν το ζήτημα ήρθε στις κλαδικές απεργιακές επιτροπές αντέδρασαν στους τσαγκαράδες οι σύντροφοι Γιάννης Ταμτάκος και Κώστας Κωσταντόπουλος, για τις παρεμβάσεις.


Κυριακή 10 Μάη. Ο λαός της Θεσσαλονίκης κηδεύει τα θύματα της εξέγερσης

Η γενική πανελλαδική απεργία που είχαν υποσχεθεί να κηρύξουν οι δύο συνομοσπονδίες, ύστερα από εσκεμμένες παρελκυστικές διαπραγματεύσεις πάνω από μια εβδομάδα, είχε στο τέλος μηδαμινά αποτελέσματα. Η κατάσταση στο μεταξύ με την πάροδο των ημερών είχε ξεθυμάνει και η αποτυχία της ήταν αναμενόμενη. Ο στρατηγός Ζέπος αφού είδε ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον στρατό της Θεσσαλονίκης (οι χωροφύλακες ήταν πανικόβλητοι και κλεισμένοι στα αστυνομικά τμήματα) άρχισε να δίνει υποσχέσεις πως όλα τα ζητήματα των εργατών θα ικανοποιηθούν. Τα θύματα και οι οικογένειές τους θα αποζημιωθούν, οι δε ένοχοι θα τιμωρηθούν και πολλά άλλα. Οι αρχηγοί των εργατών, ο αξιοθρήνητος βουλευτής τους ΚΚΕ Μιχ. Σινάκος, ο Απόστ. Κρόζος και ο Σταυρίδης, που ήταν συντηρητικός, κάμουν δεκτές τις υποσχέσεις του στρατηγού Ζέπου και καλούν τους εργάτες να δώσουν εμπιστοσύνη στο «λόγο τιμής» ενός ανώτατου αξιωματικού και να πάνε ήσυχα στα σπίτια τους. Έτσι κατέληξε και κατάρρευσε προδομένη μια μεγαλειώδης εξέγερση. Την άλλη μέρα αντίς να ικανοποιηθούν τα ζητήματα των εργατών και να αποζημιωθούν οι οικογένειες των θυμάτων, η κυβέρνηση μετέφερε από τη Λάρισα νέο στρατό και ιππικό της εμπιστοσύνης της. Επίσης το λιμάνι της Θεσσαλονίκης γέμισε από πολεμικά πλοία, η πόλη τώρα στρατοκρατείται, αρχίζουν οι συλλήψεις και οι σταλινικοί με προκήρυξή τους καταγγέλλουν το Ζέπο που δεν κράτησε το λόγο της στρατιωτικής του «τιμής».

Λίγα λόγια για τον μπαρμπα–Γιάννη Ταμτάκο


Ο μπαρμπα - Γιάννης Ταμτάκος με τον Άγι Στίνα

Γεννήθηκε το 1908. Δύο φορές πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, από 6 χρονών μπήκε στην παραγωγή πουλώντας κουλούρια και κάνοντας τον λούστρο. Το 1918 – 19, σε ηλικία 11 χρόνων πρωτοπήγε σε μια εργατική συγκέντρωση για την πρωτομαγιά στην Ευαγγελίστρια της Θεσσαλονίκης. Πλησιάστηκε από τους αρχειομαρξιστές το 1925 – 26, απ’ τον Πολλάτο και άλλους. Πήρε μέρος σ’ όλους τους απεργιακούς αγώνες, σαν τσαγκάρης με την ιδιότητα του εκλεγμένου συμβούλου και σαν γραμματέας του σωματείου των υποδηματεργατών Θεσσαλονίκης. Κατηγορήθηκε για τα γεγονότα του 1936 ως πρωτεργάτης μαζί με άλλους 52 εργάτες. Στάλθηκε εξορία και φυλακή για πολλά χρόνια, βάσει του ιδιώνυμου, μέχρι το 1942. Φεύγοντας η κυβέρνηση Τσουδερού τους άφησε εξόριστους στην Γαύδο και τους παρέδωσε στους Γερμανούς. Πολλοί απ’ αυτούς εκτελέστηκαν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής και στο Νεζερό της Λάρισας. Έχει στο ενεργητικό του και πολλές αποδράσεις με πιο ηρωική αυτήν απ’ την Καισαριανή. Γνώρισε εκεί τους περισσότερους απ’ τους τουφεκισθέντες και θα ήταν ένας παραπάνω νεκρός να δεν δραπέτευε.

Σαν επαναστάτης σοσιαλιστής δεν πήρε μέρος στον 2ο ιμπεριαλιστικό πόλεμο γιατί θεωρούσε το κίνημα του ΕΑΜ σαν εξάρτημα του επιτελείου της Μέσης Ανατολής, για την απελευθέρωση της ελληνικής αστικής τάξης. Καλλιεργούσε μαζί με τους συντρόφους του Στίνα, Βουρσούκη, Μακρή, Κρόκο, Καστοριάδη κλπ, τον επαναστατικό διεθνισμό για μια κοινωνία αυτόνομη, αυτοδιαχειριζόμενη, διακηρύσσοντας την συναδέλφωση των εμπόλεμων στρατιωτών. Γι’ αυτή του τη δράση καταδιώχθηκε από την αστική τάξη, τους φασίστες και τους σταλινικούς. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ξέφυγε από το σταλινικό λεπίδι της Ο.Π.Λ.Α. («έτυχε» να κυκλοφορεί στην περίοδο των εκκαθαρίσεων με διάφορες ταυτότητες και ψευδώνυμα).

Μετά τον πόλεμο φεύγει από την ελλάδα ουσιαστικά σαν πρόσφυγας. Επιστρέφει στην δικτατορία και έκτοτε ζει στη Θεσσαλονίκη.

(πηγη: http://www.vrahokipos.net/old/history/gr/salonika_may.htm).
(φωτογραφιες: http://www.vrahokipos.net/old/history/gr/may36/may36.htm).